Μια στο καρφί και μια στο πέταλο

Ο γιατρός του τό ‘πε καθαρά: «Δεν θα σε εξετάσω καν. Καλύτερα να δεις κάποιον να σου δώσει ένα ελαφρύ αντικαταθλιπτικό. Δεν είναι ντροπή, έξυπνος άνθρωπος είσαι, όλα όσα μου περιγράφεις είναι ψυχογενή.»

Όλα ψυχογενή. Ο πόνος το βράδυ. Οι ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Οι οδηγοί στο δρόμο σε παράκρουση. Οι ελπίδες λίγο πριν κοιμηθεί που στήνουν όνειρα άλλης ζωής. Αυτό που ονομάζει αγάπη. Οι καθημερινές παγίδες των συνηθειών και των έξεων. Η φροντίδα για τους κοντινούς.  Ο θυμός που φράσσεται από το έρκος των οδόντων. Οι αγωνίες της δουλειάς. Ένα σύμπαν ψυχογένειας που χρήζει αγχολυτικών.

Βαθιά ανάσα. Κι άλλη μια. «Θα βγω», λέει, «θα βγω». («Αλλά, γιατρέ,  δεν ξέρω αν είμαι έξυπνος άνθρωπος». Αυτό δεν το λέει.) Μια στο καρφί και μια στο πέταλο, βροχή τα σημεία πως δεν γνωρίζει τίποτα. Κι ένα κορμί, το κορμί του, που χτυπά πάνω στα άλλα κορμιά, αμέτρητα, που σφίγγουν τα δόντια και λένε «Θα βγω, θα βγω» ή δε λένε τίποτα και ψάχνουν το φταίχτη, να ξεσκίσουν, να εξαφανίσουν, να πάρουν μαζί στην ελεύθερη πτώση.

Μέσα σ’αυτό το μακελειό που αρχινά, βαθιά ανάσα, άλλη μια. «Θα βγω» λέει. «Χωρίς να ξεσκίσω κανένα».

Advertisements

Ο Ντολμάζ και η Νταμιτζάν (Επεισόδιο 163ο)

Ο Ντολμάζ πετάχτηκε από τη μαύρη αστραφτερή λιμουζίνα στο χαλικόστρωτο δρομάκι μπροστά στην έπαυλη Γκελμπουρντά. Πλησίασε τον πιστό του υποτακτικό, τον Βεληγκέκα (παρά το όνομα, ήταν μόλις ένα και πενήντα με τα χέρια στην ανάταση) και του πέταξε τα κλειδιά.

«Πότισέ τα, τάισέ τα και τρίψε τα με την καλή τη βούρτσα».

Μπήκε φουριόζος στο επίσημο χωλ και συνέχισε προς το καθιστικό ανυπομονώντας να δει τη Νταμιτζάν. Την ανακάλυψε δίπλα στο τζάκι και κάτι στη στάση της τον έκανε να κοντοσταθεί. Η πανώρια Νταμιτζάν, υπερήφανη τουρκο-τάταρη πριγκίπισσα που ξέπεσε και έγινε καθηγήτρια λάτιν χορών, καθόταν με σκυμμένο κεφάλι ενώ λυγμοί τράνταζαν τους σμιλευτούς της ώμους. Τα κορακίσια μαλλιά της σκέπαζαν τα αμυγδαλωτά της μάτια.

«Νταμιτζάν…; Τι τρέχει;»

Τον κάρφωσε με ένα πικραμένο -πλην όμως δολοφονικό- βλέμμα.

«Μόλις τηλεφώνησε η τσούλα σου, η Γιαουρτλού! Μου είπε πως δεν ψήφισες την Κυριακή και πως δεν θα το κάνεις ούτε την ερχόμενη… Πώς μπορείς, πώς μπόρεσες;»

«Νταμιτζάν τι είναι αυτά που λες; Η Γιαουρτλού είναι παρελθόν για μένα. Όσο για τη ψήφο, πάψε να ασχολείσαι με τις αντρικές δουλειές.»

Ο τόνος του ήταν απότομος και μια φλέβα έπαιζε στον γκρίζο, γοητευτικό του κρόταφο. Σιχαινόταν να ανακατεύονται γυναίκες στις υποθέσεις του. Η Νταμιτζάν ορθώθηκε σα μαινάδα μπροστά στον Ντολμάζ και του αντιγύρισε «Πώς μπορείς να το λες αυτό; Τώρα που ο Μεγάλος Βεζίρης δίνει ιερό αγώνα για τον Βασιλοαναρχισμό, τώρα που η χώρα σε έχει ανάγκη, εσύ απέχεις; Έτσι θα μεγαλώσεις τα παιδιά μας;»

Η οργή του Ντολμάζ ξέσπασε αστραπιαία: «Πίσω, μωρή (γ)καμήλα!».

Συνέχεια

Κι εγώ

Στο κινητό, στα αποθηκευμένα μηνύματα υπάρχει ένας φάκελος με πρότυπα. Ένα από αυτά λέει «κι εγω σ΄αγαπω». Κι εγώ. Σ’ αγαπώ.

Είναι η φτήνια; Είναι η αλαζονεία; Είναι η ισοπεδωτική επανάληψη;

Σαν ξυράφι: Είναι η ελπίδα πως κάποτε αυτό τα πρότυπο θα χρειαστεί; Κάποτε και πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Μη γραφτεί κάτι λάθος πάνω στην έξαψη, θα ήταν τραγικό. Ύστερα από τόση αναμονή.

«Είναι τόσο γελοίο» σκέφτηκε. Τόσο γελοίο… Και μετά έκατσε στην καρέκλα και κοίταζε τον τοίχο μέχρι που βράδιασε.

[Αντί σχολίου σε τούτο το κείμενο της ε.]

Τηλεφωνητής

«Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε σπίτι. Παρακαλώ αφήστε το μήνυμα σας και θα επικοινωνήσουμε μόλις μπορούμε».

[Μπιιπ]

Κοίτα… δεν ξέρω πού βρίσκεσαι. Σε ψάχνω καιρό. Δεν είσαι ποτέ εκεί. Δεν είσαι στους δρόμους και τις πλατείες, ούτε στα καφέ που γυρνάω… Το ξέρεις πως χθες ήπια τρεις εσπρέσσο, δυο φραπέδες και δυο τσάγια; Έμπαινα σε κάθε καφενείο, σε κάθε στέκι και κάθε φορά έλεγα πως θα σε βρω εκεί… Ναι, εντάξει, ούτε στο σινεμά, κι ας βγήκα έξω στη μέση της ταινίας μήπως περίμενες στο άδειο φουαγιέ. Δεν ξέρω γιατί να περίμενες, μη ρωτάς, τι να σου λέω… Σε ψάχνω, που λες… Προχτές δεν πήγα στη δουλειά… Δεν κατέβηκα στη στάση, συνέχισα, έφτασα στο τέρμα, μετά περπάτησα, βρήκα άλλο λεωφορείο –δεν θυμάμαι πια- και κατέβηκα κάπου στη θάλασσα. Είχε παγωνιά, ήμουν μόνο εγώ και κάτι σκυλιά, φοβήθηκα λίγο, αλλά εντάξει… Ε, λοιπόν, άρχισα να περπατάω και να σκέφτομαι όλα όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια… Ξέρεις, τη μάνα μου που κάθε μέρα έφευγε και πιο μακριά και που τελικά δεν αναγνώριζε κανέναν και όποτε με έβλεπε πάταγε τα κλάματα γιατί της θύμιζα, λέει, τον αδερφό της, και μετά πάταγα κι εγώ τα κλάματα γιατί δε μου θύμιζα κανένα. Κι εκείνη την τύπισσα, πώς σκατά τη λέγανε… Θυμάμαι πως είχε ωραίο κώλο και εκείνα τα κοντά δάχτυλα που μου τη σπάνε, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα, που όλο έλεγε «πρέπει να δεις τι θα κάνεις, δε δίνεις έτσι, πρέπει να δεις τι θα κάνεις». Δεν ήξερα τι έπρεπε να δω, θυμάμαι το στόμα της ν’ανοιγοκλείνει σαν να έχω κλείσει τη φωνή στην τηλεόραση, αλλά ήξερα τι έλεγε, το ίδιο έλεγε πάντα, «πρέπει να δεις τι θα κάνεις, δεν δίνεις έτσι»… Τη θυμήθηκα και ήθελα να στο πω, εσύ δεν θα ξέχναγες το όνομα, θα μου το’λεγες, εσύ ήσουν μάνα στις λεπτομέρειες, δεν ξέχναγες ποτέ τίποτα. Πήρε τα συμπράγκαλά της κι έφυγε. Να σου πω, καλύτερα, τι να δω τι θα κάνω, τι θα έκανα δηλαδή; Μετά, τον Δ. … Σαν να τον έβλεπα μπροστά μου να παίζει μπάσκετ, σα να’ταν πάλι δώδεκα χρονών, είχε αυτή τη φυσική χάρη, συμπαθητικό παιδί. Ε, λοιπόν, κάποιοι άνθρωποι είναι… πώς το λένε;… γίνονται το επίκεντρο ρε παιδί μου, θέλεις να τους κάνεις παρέα. Ο Δ. Γαμάτο παιδί, καλή φάτσα. Δεν τον ξανάδα από τότε και μετά έμαθα όλα αυτά, πως ήταν η σκιά του εαυτού του, πως τριγύρναγε αποδώ κι από κει, ένα ρημάδι, ένα ρημάδι, και γιατί; Ούτε ναρκωτικά ούτε τίποτα… Ναι, εντάξει, λένε o έρωταq κλπ, κλπ, αλλά να ξέρεις, εγώ δεν το πιστεύω. Και ήταν σα να τον έβλεπα μπροστά μου, πιτσιρίκι, δώδεκα χρονών, να κάνει τσάκισμα με τη μπάλα και να χαμογελάει… Τι λες για όλα αυτά; Τι να πεις, αφού δε σε βρήκα. Σε ψάχνω να τα πω, να καταλάβεις… Εσύ θα καταλάβεις, είμαι σίγουρος, αλλά δεν είσαι πουθενά. Μέχρι και σε εκκλησία μπήκα (το φαντάζεσαι;) μήπως σε πετύχω εκεί… Κάτσε λίγο να φέρω τσιγάρο…

[Ήχοι. Παύση. Βήματα. Αναπτήρας]

Που λες, μπαίνω μέσα, ησυχία, ούτε λειτουργία ούτε τίποτα, και κάθομαι σε ένα στασίδι μόνος μου. Με είδε ένας πάτερ και με άρχισε «παιδί μου» και «τι τρέχει, χρειάζεσαι τίποτα» και «αν θέλεις να μιλήσεις για κάτι, να ξαλαφρώσεις»… χέστηκε ο πάτερ, σου λέει θα σάλταρε αυτός, θα κόψει φλέβες, αλλιώς γιατί…;

[Παύση]

Να, δεν σε βρήκα, αλλά στα λέω όλα, γιατί κάποιες φορές είναι σαν να τα έχω ονειρευτεί όλα αυτά, σαν να μην έγιναν, ποτέ, σαν να μην έγινα εγώ ποτέ. Χρειάζομαι κάποιον μάρτυρα, κάποιον να βεβαιώσει πως όλα τούτα δεν τα γέννησε το μυαλό μου, δεν χάθηκαν στο χρόνο σαν καπνός. Γι αυτό τριγυρνάω σαν την άδικη κατάρα με τις ώρες, λέω «δε μπορεί, κάπου εδώ θα είναι», αλλά τίποτα. Σα να γίνομαι αόρατος. Κι άμα καμιά ώρα κάνω να σηκώσω το τηλέφωνο και το χέρι μου περάσει σαν καπνός από μέσα; Αν φεύγω σιγά σιγά κι αφήνω όλο και λιγότερα ίχνη; Πρέπει να σε βρω, καταλαβαίνεις… Να μου πεις… Να μ’αγκαλιάσεις… Λοιπόν, καλά τώρα, φεύγω, μπορεί να σε πετύχω κάπου έξω. Αλλά αν μ’ακούσεις, αν υπάρχεις, πάρε με –τ’ακούς;- πάρε με…

[Κλικ]

Ένα τελευταίο τσιγάρο

the house

Η φλόγα του αναπτήρα στο σκοτάδι τον τύφλωσε. Το σκοτάδι. Πυκνό μέσα στα δέντρα, σ’ αυτό το περίπου χωριό των δέκα διάσπαρτων σπιτιών, μακριά ακόμα κι από τον μικρό, έρημο, δρόμο.

Μια ρουφηξιά, δύο. Το τρίξιμο του καπνού που καίγεται. Οι άλλοι ήχοι είναι λιγότερο συνηθισμένοι, χρειάζονται σκέψη. Ελαφρύ ροκάνισμα από τη μυγδαλιά· ποντίκι. Χαρχάλεμα στα ξερόχορτα· σαύρα ή –σπανιότερα- σκαντζόχοιρος. Μακρινό αλύχτισμα σκύλου, νυχτοπούλια και, σχεδόν ανεπαίσθητα, κουδούνια προβάτων.

Τρίτη ρουφηξιά, τέταρτη. Η σιγαλιά τον ποτίζει καθώς ξεχύνεται από τις σκιές, τις βαριές και νοτισμένες απ’ την υγρασία. Σ’ αυτό τον τόπο τα μεσάνυχτα ζυγώνουν από τις δέκα και δεν φεύγουν παρά το χάραμα. Μα το χάραμα αργεί κι αυτός είναι το μόνο ξύπνιο ανθρώπινο ον σε ακτίνα χιλιομέτρου.

Το τσιγάρο έφτασε στη μέση. Σκέφτεται την κάφτρα. Θα φαίνεται από πολύ μακριά μέσα στη νύχτα. Αστείο! Ποιος να τη δει; Άκου να νοιώθει ευάλωτος από μια κάφτρα!  Εξάλλου αρκούν η αστροφεγγιά και οι μακρινοί γλόμποι για να διαγράφουν τη σιλουέτα του στους τοίχους του σπιτιού. Διαγράφεται καθαρά, λοιπόν, ενώ όλα τα υπόλοιπα είναι μέσα στις σκιές. Να μια σκέψη καθόλου παρήγορη. Κοιτά δεξιά κι αριστερά· χτενίζει το τοπίο. Το ερειπωμένο σπίτι, το δάσος, το χωράφι, το αμπέλι –μια ρουφηξιά ακόμα…- την ελιά, τα φωτισμένα ενοικιαζόμενα, τη φιγούρα στην κολόνα τους. Ναι, την είδε τελικά. Συνέχεια

Έτσι

water

Όπως κυλά η μπίλια του στυλό, όπως χύνεται το μελάνι στο χαρτί και σημαδεύει τον χρόνο, όπως αφήνει μικρές χαρακιές ζωής -μικρές ανάσες- όπως περνούν σαν ανεπαίσθητες μυρωδιές τα φευγαλέα ίχνη του καλοκαιριού. Έτσι, σαν πετάρισμα βλεφάρου, στραφτάλισμα του ήλιου στο νερό.