Ένα τελευταίο τσιγάρο

the house

Η φλόγα του αναπτήρα στο σκοτάδι τον τύφλωσε. Το σκοτάδι. Πυκνό μέσα στα δέντρα, σ’ αυτό το περίπου χωριό των δέκα διάσπαρτων σπιτιών, μακριά ακόμα κι από τον μικρό, έρημο, δρόμο.

Μια ρουφηξιά, δύο. Το τρίξιμο του καπνού που καίγεται. Οι άλλοι ήχοι είναι λιγότερο συνηθισμένοι, χρειάζονται σκέψη. Ελαφρύ ροκάνισμα από τη μυγδαλιά· ποντίκι. Χαρχάλεμα στα ξερόχορτα· σαύρα ή –σπανιότερα- σκαντζόχοιρος. Μακρινό αλύχτισμα σκύλου, νυχτοπούλια και, σχεδόν ανεπαίσθητα, κουδούνια προβάτων.

Τρίτη ρουφηξιά, τέταρτη. Η σιγαλιά τον ποτίζει καθώς ξεχύνεται από τις σκιές, τις βαριές και νοτισμένες απ’ την υγρασία. Σ’ αυτό τον τόπο τα μεσάνυχτα ζυγώνουν από τις δέκα και δεν φεύγουν παρά το χάραμα. Μα το χάραμα αργεί κι αυτός είναι το μόνο ξύπνιο ανθρώπινο ον σε ακτίνα χιλιομέτρου.

Το τσιγάρο έφτασε στη μέση. Σκέφτεται την κάφτρα. Θα φαίνεται από πολύ μακριά μέσα στη νύχτα. Αστείο! Ποιος να τη δει; Άκου να νοιώθει ευάλωτος από μια κάφτρα!  Εξάλλου αρκούν η αστροφεγγιά και οι μακρινοί γλόμποι για να διαγράφουν τη σιλουέτα του στους τοίχους του σπιτιού. Διαγράφεται καθαρά, λοιπόν, ενώ όλα τα υπόλοιπα είναι μέσα στις σκιές. Να μια σκέψη καθόλου παρήγορη. Κοιτά δεξιά κι αριστερά· χτενίζει το τοπίο. Το ερειπωμένο σπίτι, το δάσος, το χωράφι, το αμπέλι –μια ρουφηξιά ακόμα…- την ελιά, τα φωτισμένα ενοικιαζόμενα, τη φιγούρα στην κολόνα τους. Ναι, την είδε τελικά.

Μια στήλη σκιάς δίπλα στην κολόνα, μια μορφή από μαύρο πενήντα μέτρα μακριά του τον βλέπει να καπνίζει μέσα στη νύχτα και δεν κινείται, δεν βγάζει μιλιά. Η εικόνα του έρχεται αστραπιαία: αν κινηθεί δεν θα είναι με περπάτημα, αν βγάλει άχνα δεν θα είναι ήχος επικοινωνίας. Αυτό που στέκεται τρία μέτρα από τους κοιμισμένους άγγλους τουρίστες βγήκε από τη νύχτα και το δάσος. Δεν τρώει καλαμαράκια σε ταβέρνες και δεν ψάχνει τις καλές παραλίες.

[Τι τρώει; Τι ψάχνει;]

Το τσιγάρο μένει ξεχασμένο στο χέρι του ενώ σκέφτεται τον μπαμπούλα, τον Άνθρωπο με τα Μαύρα, τον Αράπη του παραμυθιού, το στοιχειό του τόπου, ακόμα και εξωγήινους ξεθαμμένους από κινηματογραφικές μνήμες. Αλλά δεν έχει ποπ κορν τώρα, δεν έχει τίποτα ανάμεσα σ’ αυτόν κι αυτό παρά πενήντα μέτρα σκοτάδι. Εδώ άλλος είναι ο αφέντης.

Πόσες κοφτές ανάσες στέκεται και το κοιτά παγωμένος ; Όχι πολλές. Μοιάζουν για πολλές αλλά δεν γίνεται, αφού το τσιγάρο έπιασε φίλτρο και του ζεματά τα δάχτυλα και τινάζεται και το πετά στο τσιμέντο και έντρομος συνειδητοποιεί πως κινήθηκε, έδωσε στόχο, έχασε οπτική επαφή και η μορφή μπορεί να εφορμά γλιστρώντας πάνω στο σκοτάδι αλλάζοντας σχήματα.

Στρέφει το κεφάλι να ελέγξει, να προλάβει. Η μορφή είναι εκεί, ακίνητη στη σκιά της κολόνας, αλλά κάτι έχει αλλάξει. Με την καρδιά να χτυπά δυνατά ακόμα, δεν μπορεί να καταλάβει πώς ξεγελάστηκε έτσι. Μα ναι, δεν έχει τίποτα το απειλητικό, είναι απλώς η σκιά της κολόνας και τα τεντωμένα του νεύρα, άμαθα από την ατόφια νύχτα της υπαίθρου. Συνεχίζει να παρατηρεί προσεκτικά και νιώθει τόσο ανόητος με το πεταμένο τσιγάρο και τον αφελή πανικό. Μαζεύει ταπεινωμένος την γόπα, ρίχνει μια ματιά στη νύχτα που έγινε πάλι τρυφερή –απλώς λίγο ατίθαση, τίποτε άλλο- και πάει προς την μεταλλική πόρτα. Την κλείνει πίσω του, κλειδώνει και επιστρέφει στο κρεβάτι ακροποδητί.  Σε λίγο κοιμάται.

Έξω, δίπλα στην κολόνα των ενοικιαζόμενων μια σκιά γλιστρά απαλά στο σκοτάδι. Λίγο αργότερα οι γρύλλοι ξαναρχίζουν το τραγούδι.

Advertisements

11 thoughts on “Ένα τελευταίο τσιγάρο

  1. Εξαιρετικό. Ξέρεις πως όταν κάνω κοπλιμέντο το εννοώ, όνειρο θερινής νυκτός ή πραγματικότητα, τι σημασία έχει, όσων τα τσιγάρα καίγονται στα δάχτυλά τους ξέρουν τι βλέπουν ή τι θέλουν να δουν

  2. @ Michael Corleone: Πράγματι, δεν έχει σημασία. Η πραγματικότητα μπορεί να αλλάζει ανάλογα με το πόσο γρήγορα χτυπάει η καρδιά. Χαίρομαι που σου άρεσε.

    @ μαύρα μεσάνυχτα: Το καλό το «!» φαντάζομαι, όχι το… άλλο.

  3. Ορισμένες φορές χρειάζεται κάτι λιγότερο από μια κάφτρα για να νοιώσεις ευάλωτος.

    May the Force b with u…
    papet

    ΥΓ. Και σιγά μη σε πάρει ο ύπνος…

    ΥΓ2. Έπεσες στην περίπτωση. Σύμπτωση.

  4. Τι γραφή είναι αυτή, μου ευχαρίστησε τα μάτια. Και το μυαλό. Μ’ αρέσουν οι μύθοι της υπαίθρου, τους προτιμώ από τους αστικούς, είναι γνησιότεροι και αγριότεροι καμιά φορά. Αυτός έχει και τη μελαγχολία για να τον γλυκαίνει.
    Καλώς σε βρίσκω.

  5. «Έγινε ένα με το σκοτάδι, δεν τον βλέπει κανείς πια.»
    Τώρα, κι αυτό δυσοίωνο μου ακούγεται.

    Καλώς την Απολλώνια. Η ύπαιθρος (όταν δεν τη ζούμε μόνο σαν «εξοχή») μπορεί να είναι πολύ άγριο πράγμα. Και επικίνδυνα γοητευτικό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s