Αρχείο για την κατηγορία ‘Uncategorized’

Το σφύριγμα της λήξης

1 Μαΐου, 2009

roy1

Έκρηξη χρωμάτων και λουλουδιών σε έναν –παραδόξως- ταιριαστό τόπο: το νεκροταφείο. Ο Απρίλης με τα ρόδα και ο Μάης των ερωτευμένων εδώ υπόκεινται σε άλλους κανόνες. Όμως κάποια χρώματα δεν ανήκουν σε λουλούδια, ούτε σε αγάλματα και εικόνες. Βλέπεις κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, ασπρόμαυρο, σε σύμβολα ποδοσφαιρικών ομάδων. Σημαίες, καπέλα, κασκόλ , σηματοδοτούν αυτό που οι τεθνεώτες ή οι συγγενείς τους θεώρησαν το απαύγασμα της ζωής. Σημαίες, καπέλα και κασκόλ, ευλογημένα από τους ιερείς που πηδούν τα μνήματα για να καπαρώσουν τα εννιάμερα ή το μνημόσυνο.

Το παράδοξο: αν θεωρήσεις πως αυτό που σε χαρακτήρισε ήταν κάτι πολύ πιο ουσιώδες, αρχαίο και καθοριστικό, όπως το σεξ, τι γίνεται; Θα ανεχτεί κανείς πανό με λάγνα θηλυκά ή σημαίες με φαλλούς ,επί μνημάτων; Ανοιχτά πόδια σαν σύμβολα του επί γης παράδεισου ή κόλασης;

Ω, όχι βέβαια! Ανεκτά γίνονται μόνο σύμβολα πίστης σε δόγματα –έστω ποδοσφαιρικών ανώνυμων εταιριών. Η καύλα δεν είναι εξίσου ιερή στα μάτια της θρησκείας και της κοινωνίας. Αποτελεί αποσταθεροποιητικό παράγοντα και δεν προσφέρει στην υστεροφημία. Η Λεωφόρος, ο Πειραιάς, η Τούμπα και οι λοιποί ιεροί τόποι επιτρέπεται να γαμούν μόνο δια της βίας. Η εκπληρωμένη λαγνεία δε φέρνει πιστούς στο μαγαζί.

Τάφοι πελατών αναζητούν σπόνσορα.

Αίροντας τις αμαρτίες του κόσμου

16 Απριλίου, 2009

blinds

There is a crack in everything.
That’s how the light gets in.
[Leonard Cohen]

Ανοίγω τα μάτια και βλέπω τον ήλιο. Χώνεται στις τρύπες της γρίλιας και με κατακλύζει.

Κλείνω τα μάτια και βλέπω τον ήλιο. Ταξιδεύει στο μαύρο πίσω απ’ τα βλέφαρα.

Στο δρόμο ένα μικρό, ψιλόλιγνο αγόρι παίζει με ένα μικρό ψιλόλιγνο σκύλο. Κοντεύει Πάσχα.

Μπουρμπουλήθρες και σινεμά

26 Μαρτίου, 2009

Μέχρι τα μέσα του ‘70 η ψυχεδέλεια έχει πάψει να υφίσταται ως ζωντανό και λειτουργικό κομμάτι της ποπ κουλτούρας αλλά θριαμβεύει ακόμα στην πιο μαζική, εμπορικοποιημένη της μορφή. Οι αδελφοί Κοέν είναι φοιτητές και σίγουρα βλέπουν στην τηλεόραση της εποχής διαφημίσεις σαν αυτή την φευγάτη -μεταξύ κιτς και τριπαρισμένης ιδιοφυίας- της 7-UP που θυμίζει κάτι από τις ονειρικές σκηνές του Big Lebowski:

Μιλώντας για το Big Lebowski ( που αποκαλείται «η πρώτη cult ταινία της εποχής του internet»), έχει ενδιαφέρον πως ο Jeff Dowd, φίλος των Κοέν, παραγωγός, παλιός ακτιβιστής και θρυλικός λέτσος, αποτέλεσε την βάση για τον Dude (την Αυτού Dudότητα ή και El Duderino). Ξαναγυρνώντας όμως στις μπουρμπουλήθρες, αξίζει να δει κανείς μια άλλη απίστευτη διαφήμιση της 7-UP, με ύφος που μιμείται το Yellow Submarine των Beatles. Εδώ είμαστε στην ακμή της ψυχεδέλειας (μάλλον το 1969 αν κρίνω από το αμάξι που προσφέρεται):

Η διαφήμιση καταβροχθίζει την τέχνη που εκφράζει το πνεύμα κάθε εποχής και η τέχνη την πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Ο θεατής καλείται να καταβροχθίσει λιχουδιές και μπουρμπουλήθρες και σ‘αυτό το διαφημιστικό για το διάλειμμα ενός κινηματογράφου drive-in (αυτή τη μαγική ώρα όπου η τέχνη σταματά για να πάρουμε λίγο ποπ κορν). Το ύφος, ξανά, εξόχως ψυχεδελικό.

[Το ποστ ήταν μια προσφορά του Aerosol.
Aerosol! Ασπρίζει και δεν κοστίζει.
Aerosol! Ένα καλλυντικό στην οθόνη σας.]

Κρίση στο πάρκινγκ

12 Μαρτίου, 2009

clockwork

Κάθομαι στο πάρκινγκ -κάποτε θα του φυτέψουν δέντρα και θα καταντήσει πάρκο- και χαζεύω τους ανθρώπους στον αντικρινό ΟΑΕΔ. Ένας άντρας βγαίνει φουριόζος, θυμωμένος. «Σας πήραμε πολλά τηλέφωνα…» θα τού ‘πανε. «Γιατί δεν ήσασταν σπίτι;» θα τού ‘πανε. «Μήπως πιάσατε δουλειά;» θα του ‘πανε. Κι αυτός πάει σπίτι, θυμωμένος, μη τυχόν ξαναπάρει η Υπηρεσία και δεν τον βρει.

Κάθομαι στο πάρκινγκ -κάποτε θα μου φυτέψουνε δέντρα κι εμένα. «Ωραία γκομενάκια έχει στον ΟΑΕΔ» σκέφτομαι. Φτύνω την τσίχλα. Δεν θέλω να γίνω πάρκο.

Η εποχή των μίξερ

2 Φεβρουαρίου, 2009

fayoumΜπορεί να ήταν ένα μίξερ. Μπορεί να ήταν η τοστιέρα, ο αποχυμωτής ή κάποιο άλλο από τα μαραφέτια που κάνουν τη ζωή ευκολότερη ή περίπλοκη (ανάλογα με την στάση του καθενός). Η δική της στάση ήταν δίπλα στον πάγκο της κουζίνας, όρθια, να χειρίζεται το μαραφέτι, με τα γυμνές δεκαεννιάχρονες τρυφερές πατούσες ν’ ακουμπούν το κρύο μωσαϊκό.

Πού βρέθηκε το νερό και πού το βραχυκύκλωμα; Τι λάθος δρόμους πήραν τα ηλεκτρόνια; Τι τρελές μεταβολές έκαναν και κατέληξαν να βρουν διαφυγή μέσα από το νεαρό κορμί; Και το κορμί τεντώθηκε και συσπάστηκε και έπεσε στο μωσαϊκό, στη γη, μακριά από τη γη που το γέννησε, μακριά από τα χάδια των αγαπημένων, σε μια μητρόπολη που προσπαθούσε να γνωρίσει, ανάμεσα σε ξένους που κοίταζε ντροπαλά.

Μετά, τα σκούρα μαύρα μάτια που έκλεισαν, οι γονείς που ήρθαν από το μακριά για να πιούν το θάνατο, μετά, οι κουβέντες των απόμακρων που κοίταζαν τα μάτια και δε μιλούσαν, όπως δε μιλάς σε κλειστούς ανθρώπους που δεν ξέρεις, μετά, ζωές που δεν γνώρισα και δεν είδα και πληγές που μπορεί να έκλεισαν μπορεί και όχι.

Πάνε χρόνια, ήταν πριν την εποχή των κινητών και των υπολογιστών. Ήταν την εποχή των μίξερ. Την εποχή που μια κοπέλα θέλησε να φτιάξει κάποιο χυμό που δεν ήπιε κανείς. Θυμάμαι, όμως, τα μάτια. Και την κουβέντα εκείνη, που ακόμα λερώνει τα σωθικά μου. Πως, τάχα, κάποια πράγματα δεν είναι τελείως ατυχήματα, πως άμα είσαι μακριά πολύ μακριά και δεν μιλάς σε κανέναν μπορεί…, πως μια ντροπαλή κοπέλα από αλλού, χωρίς παρέες, πως δεν ξέρουμε τι κουβαλάει καθένας μέσα του και ίσως…

Φταίνε τα μάτια ή η χυδαιότητα της εύκολης ερμηνείας, της τζάμπα ψυχολογίας, που με κάνουν να θυμάμαι ακόμα; Ίσως φταίει που δεν ανέχομαι να μην αφήσει σημάδι ένα σιωπηλό κορίτσι τόσο μακριά από το σπίτι, πεσμένη στο μωσαϊκό, ξυπόλυτη μετά το μπάνιο.

Τώρα;

27 Ιανουαρίου, 2009

colossal1

Και τώρα, τι;
Φίλε παλιέ, τώρα που είπαμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη· τώρα που αγγίξαμε τον τύπον των ήλων· τώρα που όλη η εικόνα σχηματίστηκε μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας και δεν έμεινε γωνιά να πούμε «δεν γνωρίζω-δεν είδα-δε μου είπαν»·  τώρα που η μαύρη όψη των πραγμάτων αποκαλύφθηκε…

Τώρα, τι;