Αρχείο για την κατηγορία ‘Μυθοπλασίες’
Θέση: Κατάστρωμα
27 Ιούνιος, 2008“Πάω να σβήσω το τσιγάρο».
Του έγνεψε και τον κοίταξε να απομακρύνεται. Είναι σίγουρη πως θυμάται ακόμα τον ήχο των παπουτσιών του στο μέταλλο του καταστρώματος. Πού να ακουστούν τα αθλητικά πίσω από τις μηχανές του καραβιού και τη βοή του πλήθους που περίμενε με τα μπαγκάζια στο χέρι; Κι όμως, τις περίεργες μέρες που ακολούθησαν είχε τον ήχο των βημάτων του να αντηχεί στο μυαλό της.
Είδε την πλάτη του, καθώς έστριβε στην εσοχή του καταστρώματος που οδηγούσε στις πόρτες του σαλονιού. Κατευθυνόταν στη γωνιά με το λερό σταχτοδοχείο, αόρατο από τα σακ-βουαγιάζ τους αλλά μόλις λίγα μέτρα μακριά. Το σούσουρο του κόσμου της τράβηξε την προσοχή. Έστρεψε τη ματιά της στους ενοχλημένους συνεπιβάτες που απορούσαν για την πόρτα του πλοίου που δεν κατέβαινε. Άραγε υπήρχε κάποια βλάβη; Αυτό τους έλειπε, μετά από τόσες ώρες ταξίδι… Δεν τον ξαναείδε ποτέ.
Στάθηκε απορροφημένη από τα δρώμενα ένα-δυο λεπτά. Αυθόρμητα γύρισε να του μιλήσει, σίγουρη πως θα ήταν δίπλα της. Δεν είδε κανένα και αποφάσισε να πάει στη γωνία με το σταχτοδοχείο. Έρημη. Ξαναπήγε προς τα πράγματά τους. Το κατάστρωμα άδειαζε σιγά σιγά, όσοι δεν είχαν κατέβει ακόμα ήταν στριμωγμένοι μπροστά στις σκάλες. Η θέα των εγκαταλειμμένων σακ-βουαγιάζ έκανε το στομάχι της να βουλιάξει. Θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλοί λόγοι (να πήγε στην τουαλέτα ίσως, ή να είδε κάποιον γνωστό) αλλά βαθειά στα σωθικά της άρχισε να δημιουργείται ένα κενό, μια μαύρη τρύπα απίστευτης βαρύτητας. Λεπτό με το λεπτό που τριγυρνούσε σαν τρελή σε ένα πλοίο που άδειαζε, η τρύπα μεγάλωνε και, ήδη το ήξερε, θα γινόταν τεράστια και θα κατάπινε τη ζωή της.
Ο καμαρότος τη βρήκε να κλαίει δίπλα στα πράγματά τους με το κινητό στο χέρι, να καλεί πάλι και πάλι ένα νούμερο που δεν απαντούσε. Ήταν ήδη στα πρόθυρα υστερίας. Αργότερα, όσο οι ώρες περνούσαν και ήταν άφαντος, θα γνώριζε και τα ενδότερα. Ειδοποιήθηκαν οι γονείς της, ο πατέρας του, το λιμεναρχείο, η αστυνομία. Ένιωθε πως την κοίταζαν σαν να τους όφειλε μια απάντηση, σαν να έπρεπε να γνωρίζει αλλά πρόδωσε την εμπιστοσύνη τους, κι αυτός την είχε αφήσει μόνη να παλεύει με την απορία στη ματιά τους.
Εκείνη τη νύχτα, όταν τα ηρεμιστικά και η εξάντληση νίκησαν τις άμυνές της, ονειρεύτηκε. Είδε πως γύρισε, πως μπήκε στο δωμάτιο με το όμορφο, στραβό του χαμόγελο, πως έκατσε δίπλα της στο κρεββάτι, της χάϊδεψε τα μαλλιά ψιθυρίζοντας πως, να, γιατί κάνει έτσι (”αγάπη μου”), μέχρι τη γωνία πήγε και γύρισε. Από το ξέσπασμα της ανακούφισης ξύπνησε στο άδειο κραββάτι. Άρχισε να ουρλιάζει. Θα ξυπνούσε πολλές φορές έτσι τα επόμενα χρόνια.
Ακολούθησαν ανακρίσεις, ιδιωτικοί ντέντεκτιβ, γιατροί και η κάθοδος στη σκοτεινιά. Ένιωθε ένοχη που -ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές- δεν αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Ήταν η ζωή τόσο δυνατή; Ήταν η ελπίδα πως θα τον αγκάλιαζε κάποτε ξανά; Κατάφερε να βρει ό,τι είχε απομείνει από τον εαυτό της, να ξαναπάει στη δουλειά, να ξανακούσει μουσική. Μετά από χρόνια γνώρισε έναν άνθρωπο με αρκετή αγάπη και υπομονή να την βγάλει από τη μαύρη τρύπα. Ήξερε πως θα την κουβαλούσε πάντα μαζί της αλλά είχε ξαναγίνει μικρή, μπορούσε να την κουμαντάρει.
Δυο χρόνια μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού της πείστηκε να ξαναμπεί σε πλοίο. Καθόταν πεισματικά στο σαλόνι για ώρες. Ξαφνικά πετάχτηκε πάνω και βγήκε τρέχοντας στο κατάστρωμα. Κι αν γύριζε; Κι αν γύριζε και δεν την έβρισκε εκεί; Κι αν την έβρισκε εκεί τι θα του έλεγε; Έβαλε τα κλάματα. Ο σύζυγός της την πήρε αγκαλιά και την άφησε να κλαίει εκεί για ώρα. Κάποτε άφησε το μουσκεμένο πέτο του, συμμαζεύτηκε και πήγαν μαζί μέσα. Το βράδυ βγήκαν έξω, χόρεψαν, αργότερα έκαναν έρωτα.
Του κουτιού
20 Μάιος, 2008Τι να απογίναν εκείνοι οι άνθρωποι… Εκείνοι που μας χαιρετούσαν, σαν ήμασταν παιδιά, από τα κουτιά των απορρυπαντικών και των φαγώσιμων. Το κοριτσάκι με το λευκό φουστανάκι που έτρεχε προς την αγκαλιά μιας χαμογελαστής μητέρας, η οικογένεια γύρω από το τραπέζι στην εξοχή, η γιαγιά με τα άσπρα μαλλιά και τον κεντητό γιακά, τι ν’ απόγιναν;
Να υπάρχουν ακόμα, αγέραστοι, σε κάποια παράλληλη διάσταση συκευασιών; Να ανταλλάσουν πλατιά χαμόγελα με τα αστραφτερά τους δόντια σε μια ατέλειωτη έκφραση διαφημιστικής ευδαιμονίας; Να έχουν, άραγε, μεγαλώσει -όπως εμείς- και να βλέπουν το πρόσωπό τους στις παλιές συσκευασίες με κάποια κρυφή θλίψη;
Κι εκείνα τα λευκά ρούχα που χρόνια ανεμίζουν, αγέρωχα κι αστραφτερά, στα κουτιά των σουπερμάρκετ, δεν κουράστηκαν; Δεν αποζητούν να τα μαζέψει -επιτέλους- κάποιος; Να, στέγνωσαν, αρκετά πια, φτάνει με αυτόν τον ατέλειωτο ήλιο και το αιγαιοπελαγίτικο μελτέμι. Λαχταρούν τη φροντίδα ενός συρταριού και το ζεστό άγγιγμα της ανθρώπινης επιδερμίδας. Πόσα χρόνια να παραμένεις καθαρός, χαμογελαστός, ατσαλάκωτος;
Τα λόγια μας
8 Μάιος, 2008[Κατόπιν ευγενικής πρόσκλησης των Kapoloso και indictos.
Θα χαιρόμουν να έβλεπα ιδιόγραφο από το Days of wine and roses, τους Ανένταχτους Περικυκλωμένους, τα Μαύρα Μεσάνυχτα, το Identity Cafe, και το Τίποτα.
Ημέρες στο πάρκο
7 Απρίλιος, 2008Ο Χαράλαμπος Άλτχαϊμ περνά τις μέρες του ακίνητος. Η προσήλωση στο καθήκον δεν του επιτρέπει να αλλάξει στάση και να χαλάσει την πόζα του, ακόμα κι όταν το πάρκο είναι άδειο. Όταν η βροχή χτυπά την μεταλλική του πλάτη και ο ορίζοντας γίνεται ένα υγρό χάος ή όταν το χιόνι στοιβάζεται πάνω στους ώμους του με τις ώρες και τις μέρες. Προτιμά, όμως, τη λιακάδα. Αγαπά τον ήλιο, το πώς τον αγγίζει και τον ζεσταίνει μέχρι τις πατούσες. Οι καύσωνες, τα «κυνικά καύματα» δεν τον ενοχλούν, τα καλοδέχεται. Δεν κουνά ούτε την ουρά, αφήνει τις ώρες να κυλούν πάνω του και να σταλάζουν τον χρόνο στο γρασίδι.
Όταν πέσει η νύχτα και το πάρκο κλείσει, τελειώνει και η βάρδια του. Δεν του το είπε κανείς, αλλά, να, το κατάλαβε μόνος του. Μετά τα πρώτα βράδια είδε το μάταιο του να μένει εκεί, στην ίδια θέση, χωρίς ούτε την μακρινή υπόσχεση θεατών. Τις νύχτες βολτάρει στο πάρκο. Κάποιες φορές κάνει πως κοιμάται αλλά δεν κοιμάται στ’αλήθεια. Προσποιείται. Θα του άρεσε να μπορούσε να το κάνει, έχει δει να το κάνουν τα άλλα τετράποδα και ζήλεψε. Έχει δει να κάνουν κι άλλα, έχει τρέξει στην παρέα τους, όμως κατάλαβε πως δεν ταιριάζει. Δεν τον αποφεύγουν πάντα, πού και πού τον περιεργάζονται ή τον ανέχονται. Ξέρει πως δεν έχουν το δικό του πρωινό καθήκον, πως είναι ζεστά και μαλακά, πως δεν είναι από μέταλλο. Ξέρει πως είναι πιο δυνατός αλλά πιο αργός από αυτά. Και γνωρίζει πως έρχονται και φεύγουν ενώ αυτός μένει εκεί.
Του αρέσει να κάθεται στα κάγκελα του πάρκου και να χαζεύει τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο. Είναι κι αυτά μεταλλικά. Δεν έχει την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους. Εξάλλου, έχει περιεργαστεί κάποια όταν ήταν ακίνητα στο πάρκο και κατάλαβε πως ήταν ψόφια χωρίς ανθρώπους μέσα. Μα πάνε τόσο γρήγορα και χάνονται στο μεγάλο Έξω και χωράνε ανθρώπους και πράγματα! Κι αυτός είναι κούφιος αλλά δεν χωράει άνθρωπος μέσα και δεν υπάρχει άνοιγμα για να μπει τίποτα. Ούτε τρέχει στη λεωφόρο, μόνο στο πάρκο τριγυρνάει όλο το βράδυ και ακούγεται το κλανκ-κλανκ που κάνουν τα πόδια του στις πλάκες.
Λίγο μετά το χάραμα τεντώνεται, πλησιάζει το βάθρο και στωικά παίρνει τη γνωστή του πόζα. Αν είναι τυχερός, κάποια στιγμή θα κάτσουν πάνω του πουλιά. Του αρέσουν τα πουλιά. Δεν τον πειράζει να τον κουτσουλάνε. Του αρέσει να τον κοιτάνε και οι περαστικοί. Να στέκονται, να τον φωτογραφίζουν. Μια, δυο φορές κάποιοι τον αγκάλιασαν για λίγο. Του άρεσε, στενοχωρήθηκε που έφυγαν.
Ο Χαράλαμπος Άλτχαϊμ είναι πιστός σκύλος. Περνά τις μέρες του ακίνητος και σκέφτεται τα αμάξια στη λεωφόρο, τα πουλιά και τα ζεστά σκυλιά της νύχτας. Αν τον δείτε, χαϊδέψτε τον λίγο. Θα χαρεί.
Σημείωμα οικιακής βοηθού
20 Μάρτιος, 2008Τέλειωσε η χλωρίνη.
Και την θέλουμε με λαχτάρα, όπως ο εθισμένος την σοκολάτα του κι ο γεωργός την απαλή βροχή. Θέλουμε την κάθαρση των επιφανειών που λερώνει η καθημερινότητα. Είναι δυνατή. Πολύ δυνατή. Κάποιους τους ενοχλεί, τους κάνει να βαριανασαίνουν, να θέλουν να τρέξουν μακριά της. Όπως η αλήθεια.
Θα χρησιμοποιηθεί με σεβασμό και υπευθυνότητα.






