Χρειάστηκε να φτάσω σε μια ηλικία για να καταλάβω γιατί όταν ήμουν πιτσιρικάς οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί παιάνιζαν κλασικά τραγούδια παρελθόντων δεκαετιών. Τότε νόμιζα πως ο λόγος ήταν πως ήσαν –προφανώς!- κλασικά. Τι αθώα σκέψη, τι τρυφερή νιότη! Ασχέτως από την αξία των τραγουδιών –πολλά από τα οποία με συντροφεύουν σαν πληγές και σαν φίλοι αδελφικοί- η αιτία ήταν άλλη.
Ακούγοντας στα ερτζιανά ανθρώπους της γενιάς μου να βάζουν μουσική, αντιλήφθηκα την αλήθεια. Βάζουν αυτά που αγάπησαν στην εφηβεία, τότε που όλα είναι πρωτάκουστα, δυνατά και μυρίζουν αθανασία. Κλαίνε μια χαμένη τους εποχή, τον πρώτο τους έρωτα, το πρώτο μεθύσι, τις πρώτες ουλές, την περασμένη συντροφικότητα. Θα μπορούσε να είναι κι όμορφο αν δεν υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια: οι περισσότεροι άκουγαν σαχλαμάρες.
Εφηβικός μου τόπος είναι η δεκαετία του ’80. Πέρα απ’ όσα νοσταλγώ και θεωρώ προσωπικούς ή συλλογικούς θησαυρούς, οφείλω να παραδεχτώ αυτό που όσοι είχαν γούστο γνώριζαν από τότε. Ήταν η πιο κακόγουστη, ξενέρωτη και χαϊδοκώλικη δεκαετία που πέρασε ποτέ. Το να παραμυθιαστούν μερικά παιδιά πως το τελευταίο χιτάκι του “Veghera No2” ή του «Summer Hits ΄85» είναι ποπ αριστουργήματα δεν αλλάζει τη θλίψη που γεννάται από όσους προβάλλουν –με λάγνα, κουλ φωνίτσα- τις αναμνήσεις τους από τα πάρτι της εποχής ως απαύγασμα της μουσικής.
Υπήρχαν αριστουργήματα; Ω, ναι! Αν υπήρχαν λέει! Όμως δεν έφταναν στα αυτιά της πρώτης γενιάς της μεταπολίτευσης. Το 90% φορούσε τις βάτες και τα ριγέ πουκαμισάκια για να χορέψει Rick Astley. Έως και ο Prince την φόβιζε. Ας μην ψαρώνουμε με κάποιες μικρές αποκλίσεις. Ακόμα και το Should I stay or should I go, που πλέον βάζουν στους γάμους τους, το έμαθαν με 10 χρόνια καθυστέρηση. Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους στη διάλεκτο του τότε, η γενιά μου (καλά παιδιά) υπήρξε η πρώτη γενιά φλώρων.
Μην το κρίνουμε αυστηρά. Ήταν η εποχή έτσι. Η πρώτη περίοδος ευμάρειας μιας καραβοτσακισμένης Ελλάδας, διψασμένης για εικόνες και κοσμοπολίτικη αύρα, πρωτογνώρισε το lifestyle και «απενοχοποίησε» (πόσο συχνά λεγόταν αυτό…) την κατανάλωση την εποχή της άνθισης των γιάπηδων, των ταινιών του Στάθη Ψάλτη και του απόηχου της ΥΕΝΕΔ. Στη μουσική οι εκπλήξεις είχαν μάλλον τελειώσει (η τελευταία ήταν αρχές του ’80, λεγόταν ραπ και έγινε εμπόρευμα μέχρι να πεις χιπ χοπ), οι εταιρίες και τα ραδιόφωνα σε Αμερική και Ευρώπη σκότωναν την αξία των φθαρμένων Top Ten και συνερχόντουσαν από τη θύελλα του πανκ. Στην επιφάνεια επικρατούσε ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Στα βάθη, βέβαια, λύσσαγαν διάφορα μουσικά ρεύματα αλλά αυτά αφορούσαν μια χούφτα ανθρώπους στη «γαλαρία». Δεν απασχολούσαν τους ήρωές μας.
Όταν μεγάλωσαν, πληροφορήθηκαν για τους U2 και τους REM από τις εφημερίδες, πίνοντας καφέ με ambient υπόκρουση σε νησιά. Όσοι δικτυώθηκαν, αναπλάθουν στα πλατώ τις αναμνήσεις τους από τον Άκη Έβενη, πασπαλισμένα με άοσμες σύγχρονες ασημαντότητες. Φτιάχνουν συλλογές «με την γνωστή ποιότητα του Compact Disc Club” και συγκινούνται που πέθανε –σε απόλυτη παρακμή- ο πιο εμπορικός μέγα-σταρ του αιώνα.
Ας είναι… Και σ’ αυτούς και στους πιο υποψιασμένους αφιερώνω ένα παλιό των Motels που ακόμα μου φέρνει γεύση δακρυσμένου καλοκαιρινού απογεύματος. Και, ναι, νομίζω πως στ’ αλήθεια είναι ένα παλιό, εμπορικό ποπ κομψοτέχνημα με ψυχή και πως άντεξε στο χρόνο με χάρη.

29 Ιουνίου, 2009 σε 6:51 πμ |
Με συγκινεί η ειλικρίνειά σου, αγαπητέ! Κοντογερόντι σου κι εγώ, κάπως έτσι τα θυμάμαι…
29 Ιουνίου, 2009 σε 7:42 πμ |
Αχ, ξύνεις πληγές! Αν ξεκινούσα να απαντώ στα αγκίστρια για κουβέντα που δίνει το κείμενο σου θα έγραφα το μακρύτερο σχόλιο που έγινε ποτέ.
Οπότε μένω στο αχ!
29 Ιουνίου, 2009 σε 8:49 πμ |
Μια δεκαετία κιτς πράγματι, τι έμεινε;
Για μένα ροκ και λίγο ξύλο στα γήπεδα,
περισσότερος χρόνος για όλα, πιο προσιτές γυναίκες.
εηυπνότερος κόσμος, διασκέδαση και καμμια φάπα στους φλώρους με τις φράντζες.
Κιτς οπωσδήποτε αλλα τουλάχιστον ο καθένας ήταν στον τομέα του.
Το κυριότερο οι άνθρωποι ήταν καλοί.
Το κομμάτι το χα αναβάσει κι εγώ θα σου βάλω Χαριτοδιπλωμένο
Ιδιας εποχής
29 Ιουνίου, 2009 σε 11:27 πμ |
@ Κρείτων Κουσουράτος: Κοντογερόντι;
@ioudas: Και γιατί όχι σχόλιο-σεντόνι αν θες! Δυσκολεύτηκα κι εγώ πολύ να μη βγάλω το ποστ διπλάσιο.
@ Michael Corleone: Στον καθένα μας έμειναν πολλά. Αλλά είναι περίεργο να πουλιώνται τα φύκια της εποχής για μεταξωτές κορδέλες και το μετάξι να μένει στα αζήτητα.
[Γουστάρω Echo Beach με τρέλλα! Προτίμησα το Footsteps λόγω στοιχειωμένου αρμόνιου.]
29 Ιουνίου, 2009 σε 12:32 μμ |
Σαφέστατα τα 80’s ήταν μία φριχτή δεκαετία
(ακομα και ο πιο αγαπημένος μου όλων, ο DAVID BOWIE έπεσε θύμα της εποχής… τον συγχωρώ όμως) – και στιλιστικά και μουσικά.
Το δικό μου πρόβλημα ήταν η έλλειψη ενημέρωσης. Τι να σου κάνει το καημένο το Μουσικόραμα;! Sound and vision-που λέει κι ο Bowie. Αν δεν μου δάνειζαν δίσκους του Joe Jackson (τότε) και των Talking Heads (οι μεγαλύτεροι), θα είχα στους τοίχους μου τους Ντουράν-Ντουράν. Παρ’όλα αυτά, ίσως γιατί έφτασα 36, διακρίνω μία αθωότητα στη δεκαετία εκείνη, οι γοφοί δεν κουνιόντουσαν τόσο και η Kate Bush δεν έκανε γυμνές φωτογραφίσεις… Υπάρχαν τοτε και καλές μουσικές. Το new wave (cure, σούξι και τα λοιπά, ήταν στα χάι τους)… κι εμένα, με θυμάμαι μόνιμα κολλημένη σε ένα ξεχαρβαλωμένο κασετόφωνο να ακούω συνέχεια μουσική. Ευτυχώς που υπήρχαν οι φίλοι. Από αυτούς έμαθα. Το κομμάτι που έβαλες μου αρέσει. Πάντως, ως dj – σιχαίνομαι τα eighties. Την περίοδο που μεσουρανούσε ο Ρικ Άσλεϊ, άρχισα να αγοράζω soundtracks-για να ακούσω μουσική……….
ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ
29 Ιουνίου, 2009 σε 1:34 μμ |
Ο άκυρος:
Ο Τούπακ ζει!
Ο “γνώστης”:
Δεν υπήρχε μουσική το ογδόντα, μόνο κάτι ροζ μαλλιά και κάτι μολύβια στα μάτια.
Ο έχων την αλήθειαν:
Rush ρε #$@#%!%
Καλό ήταν το ογδόντα, μετά ήρθε η πρέζα και μας τα γάμησε όλα. Άσχετο αλλά με έβγαινε.
29 Ιουνίου, 2009 σε 3:08 μμ |
@Φαίη:
Κάθε γενιά, νομίζω, βλέπει την αθωότητα στην εποχή της εφηβείας της. Ναι, κάποια πράγματα ήταν πιο χαλαρά τότε (αλλά πιο “πονηρά” από παλιότερα, ίσως). Πάντως ο Bowie και ο Neil Young έκαναν κόντρα για το χειρότερο άλμπουμ της καριέρας τους! Γενικά οι του ‘60 και ‘70 έχασαν τον μπούσουλα -ακόμα κι αυτοί που τον ξαναβρήκαν μόλις τέλειωσαν τα ‘80.
@ Domino: Πέθανε ο Τούπακ; Καλά, σε λίγο θα μου πείτε και για τον Έλβις!
[Ε, και οι Rush στο '80 δεν ξέφυγαν λίγο με τα σύνθια...;]
29 Ιουνίου, 2009 σε 4:48 μμ |
Ε, λοιπόν σου έχω χειρότερο. Τον Ιούνιο του 92, έγραψα ένα κείμενο για τη γενιά μας το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Playboy. Καιρό σκεφτόμουν να το βάλω στον Ιούδα, αλλά δεν το έκανα μια που είναι σχετικά μεγάλο. Ε, τώρα θα το κάνω για πάρτη σου. Και όλων των υπόλοιπων που τσίμπησαν στο δικό σου ποστ μια που ήταν από ότι φαίνεται αυτόπτες μάρτυρες κι αυτοί.
29 Ιουνίου, 2009 σε 6:40 μμ |
[...] [η δημοσίευση "απαντάει" σ΄αυτό το κείμενο του aerosol ] [...]
29 Ιουνίου, 2009 σε 8:28 μμ |
[...] [η δημοσίευση "απαντάει" σ΄αυτό το κείμενο του aerosol ] [...]
29 Ιουνίου, 2009 σε 11:01 μμ |
Χαίρομαι που έδωσα την αφορμή για να ανέβει το κείμενο του Ιούδα. Πιο κοφτερό και προσωπικό από ετούτο, πιο πυρωμένο. Διαβάστε το, μπορεί να έχει κάτι κι από εσάς.
1 Ιουλίου, 2009 σε 10:58 πμ |
Μα τι κάνετε;
Μου θυμίσατε τη γεύση του πρώτου φιλιού. Του πρώτου τσιγάρου. Της πρώτης μπύρας.
Ποιος τον χέζει τον Rick Astley;
1 Ιουλίου, 2009 σε 12:03 μμ |
The first cut is the deepest, κύριε kopoloso.
1 Ιουλίου, 2009 σε 3:57 μμ |
Δυστυχώς, έχεις δίκιο, Αεροσόλ…
Αυτό που θυμάμαι έντονα από τα μαθητικά χρόνια της δεκαετίας του ‘80, είναι να ξενυκτάω ακούγοντας πειρατικό ραδιόφωνο. Μόνο εκεί βρίσκαμε διέξοδο από τα εμπορικά της εποχής…Τώρα που πλέον υπάρχουν πολλοί νόμιμοι σταθμοί πέρα από τους κρατικούς, εξακολουθεί να είναι δύσκολο, να πετύχει κανείς καλή μουσική στα μακρέα…
1 Ιουλίου, 2009 σε 4:22 μμ |
Ίσως έχει γίνει και δυσκολότερο, Λεμέσια. Όμως τότε ήταν μονόδρομος: ή ψάξιμο ή μαζικό. Το να βρεις ασυνήθιστο δίσκο σε δισκάδικο σήμαινε να ξεποδαριάζεσαι επί μήνες, συχνά άδικα. Πλέον οι πηγές είναι τόσο πολλές που δεν κανείς δεν εγκλωβίζεται σε κανάλια, ραδιοσταθμούς και ένα ή δυο έντυπα. Μονόδρομοι τέλος.
[Όπως τέλος και η συντροφικότητα των μαζικών, συλλογικών εικόνων και ήχων: τώρα κάθε άνθρωπος και κανάλι, σινεμά, ραδιοσταθμός, είδος μουσικής. Ελάχιστες θα είναι οι κοινές προσλαμβάνουσες στα ερεθίσματα. Καλό και κακό -ανάλογα την οπτική. Σίγουρα όμως καθοριστικό.]
5 Ιουλίου, 2009 σε 8:48 πμ |
καλημέρα Αεροζόλ!
Τί μου θύμισες…
Στούντιο 344 κάθε παρασκευή 3-4 το μεσημέρι, μονοφωνικό μικρό σάνυο ραδιοκασσετόφωνο, tdk d90 – maxell ur60, αυτοκίνηση και δερμάτινες γραβάτες λεπτές…
Το Footsteps ήταν η αφορμή να πάρω τότε (1984) την πρώτη μου “συλλογή” Top 84 και ττο άκουγα μετά μανίας.
Το πειρατικό ραδιόφωνο, που λένε και τα παιδιά πιο πάνω, με Maria Magdalena (!)…
Νά σαι καλά.
Καλή κυριακή!
5 Ιουλίου, 2009 σε 1:04 μμ |
Ευχαριστώ happypepper. Καλημέρα και σε σένα.