“Πάω να σβήσω το τσιγάρο».
Του έγνεψε και τον κοίταξε να απομακρύνεται. Είναι σίγουρη πως θυμάται ακόμα τον ήχο των παπουτσιών του στο μέταλλο του καταστρώματος. Πού να ακουστούν τα αθλητικά πίσω από τις μηχανές του καραβιού και τη βοή του πλήθους που περίμενε με τα μπαγκάζια στο χέρι; Κι όμως, τις περίεργες μέρες που ακολούθησαν είχε τον ήχο των βημάτων του να αντηχεί στο μυαλό της.
Είδε την πλάτη του, καθώς έστριβε στην εσοχή του καταστρώματος που οδηγούσε στις πόρτες του σαλονιού. Κατευθυνόταν στη γωνιά με το λερό σταχτοδοχείο, αόρατο από τα σακ-βουαγιάζ τους αλλά μόλις λίγα μέτρα μακριά. Το σούσουρο του κόσμου της τράβηξε την προσοχή. Έστρεψε τη ματιά της στους ενοχλημένους συνεπιβάτες που απορούσαν για την πόρτα του πλοίου που δεν κατέβαινε. Άραγε υπήρχε κάποια βλάβη; Αυτό τους έλειπε, μετά από τόσες ώρες ταξίδι… Δεν τον ξαναείδε ποτέ.
Στάθηκε απορροφημένη από τα δρώμενα ένα-δυο λεπτά. Αυθόρμητα γύρισε να του μιλήσει, σίγουρη πως θα ήταν δίπλα της. Δεν είδε κανένα και αποφάσισε να πάει στη γωνία με το σταχτοδοχείο. Έρημη. Ξαναπήγε προς τα πράγματά τους. Το κατάστρωμα άδειαζε σιγά σιγά, όσοι δεν είχαν κατέβει ακόμα ήταν στριμωγμένοι μπροστά στις σκάλες. Η θέα των εγκαταλειμμένων σακ-βουαγιάζ έκανε το στομάχι της να βουλιάξει. Θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλοί λόγοι (να πήγε στην τουαλέτα ίσως, ή να είδε κάποιον γνωστό) αλλά βαθειά στα σωθικά της άρχισε να δημιουργείται ένα κενό, μια μαύρη τρύπα απίστευτης βαρύτητας. Λεπτό με το λεπτό που τριγυρνούσε σαν τρελή σε ένα πλοίο που άδειαζε, η τρύπα μεγάλωνε και, ήδη το ήξερε, θα γινόταν τεράστια και θα κατάπινε τη ζωή της.
Ο καμαρότος τη βρήκε να κλαίει δίπλα στα πράγματά τους με το κινητό στο χέρι, να καλεί πάλι και πάλι ένα νούμερο που δεν απαντούσε. Ήταν ήδη στα πρόθυρα υστερίας. Αργότερα, όσο οι ώρες περνούσαν και ήταν άφαντος, θα γνώριζε και τα ενδότερα. Ειδοποιήθηκαν οι γονείς της, ο πατέρας του, το λιμεναρχείο, η αστυνομία. Ένιωθε πως την κοίταζαν σαν να τους όφειλε μια απάντηση, σαν να έπρεπε να γνωρίζει αλλά πρόδωσε την εμπιστοσύνη τους, κι αυτός την είχε αφήσει μόνη να παλεύει με την απορία στη ματιά τους.
Εκείνη τη νύχτα, όταν τα ηρεμιστικά και η εξάντληση νίκησαν τις άμυνές της, ονειρεύτηκε. Είδε πως γύρισε, πως μπήκε στο δωμάτιο με το όμορφο, στραβό του χαμόγελο, πως έκατσε δίπλα της στο κρεββάτι, της χάϊδεψε τα μαλλιά ψιθυρίζοντας πως, να, γιατί κάνει έτσι (”αγάπη μου”), μέχρι τη γωνία πήγε και γύρισε. Από το ξέσπασμα της ανακούφισης ξύπνησε στο άδειο κραββάτι. Άρχισε να ουρλιάζει. Θα ξυπνούσε πολλές φορές έτσι τα επόμενα χρόνια.
Ακολούθησαν ανακρίσεις, ιδιωτικοί ντέντεκτιβ, γιατροί και η κάθοδος στη σκοτεινιά. Ένιωθε ένοχη που -ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές- δεν αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Ήταν η ζωή τόσο δυνατή; Ήταν η ελπίδα πως θα τον αγκάλιαζε κάποτε ξανά; Κατάφερε να βρει ό,τι είχε απομείνει από τον εαυτό της, να ξαναπάει στη δουλειά, να ξανακούσει μουσική. Μετά από χρόνια γνώρισε έναν άνθρωπο με αρκετή αγάπη και υπομονή να την βγάλει από τη μαύρη τρύπα. Ήξερε πως θα την κουβαλούσε πάντα μαζί της αλλά είχε ξαναγίνει μικρή, μπορούσε να την κουμαντάρει.
Δυο χρόνια μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού της πείστηκε να ξαναμπεί σε πλοίο. Καθόταν πεισματικά στο σαλόνι για ώρες. Ξαφνικά πετάχτηκε πάνω και βγήκε τρέχοντας στο κατάστρωμα. Κι αν γύριζε; Κι αν γύριζε και δεν την έβρισκε εκεί; Κι αν την έβρισκε εκεί τι θα του έλεγε; Έβαλε τα κλάματα. Ο σύζυγός της την πήρε αγκαλιά και την άφησε να κλαίει εκεί για ώρα. Κάποτε άφησε το μουσκεμένο πέτο του, συμμαζεύτηκε και πήγαν μαζί μέσα. Το βράδυ βγήκαν έξω, χόρεψαν, αργότερα έκαναν έρωτα.

28 Ιούνιος, 2008 σε 10:46 π.μ.
οι έρευνες μας στρέφονται στο φιάσκο του πολύμοχθου ιδανικού έρωτα.
28 Ιούνιος, 2008 σε 11:07 π.μ.
Συχνά τα σχόλιά σου, φίλε, έχουν μια παράξενη, χρησμική αίσθηση. Νιώθω πως αν δώσω απάντηση θα τα μειώσω.
[Έστω, ας το κάνω: Δίνεις μια όψη που δεν είχα σκεφθεί. Το σημείο που με κέντρισε για το κείμενο είναι η γελοία (επειδή είναι τόσο παράλογη), αναπάντεχη τραγωδία. Αλλά πάλι, ποιά απώλεια δεν μας φαίνεται γελοία, παράλογη και αναπάντεχη; Δεν είχα στο νου μου πως ο απωλεσθείς έρωτας ήταν ο ιδανικός. Μήπως γίνεται ιδανικός μέσω της εφιαλτικής διακοπής του;
Δεν διορθώνω τις σκέψεις σου. Ας πούμε πως συγκρίνουμε στοιχεία και καταθέτω τα λίγα που γνωρίζω για το μυστήριο.]
28 Ιούνιος, 2008 σε 9:38 μ.μ
Από τη μία…
Κάποιες “ζωντανές” ιστορίες αρχίζουν και τελειώνουν απλά και απρόσμενα, έχοντας συνήθως λιγότερη ένταση και αξία σε κάθε κύκλο τους.
Και από την άλλη…
Η έκπληξη είναι ό,τι πιο δυνατό μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος για να κάνει τον άλλο να ακούσει. Επιτέλους.
May the Force b with u…
papet
(Σημ. Ωραίο κείμενο. Μου θύμησε ένα άλλο, μισοτελειωμένο…)
28 Ιούνιος, 2008 σε 9:38 μ.μ
Το smiley μπηκε κατά λάθος…
29 Ιούνιος, 2008 σε 2:36 π.μ.
Μου κίνησες την περιέργεια, papet, για το ποιό είναι το μισοτελειωμένο κείμενο στο οποίο αναφέρεσαι!
29 Ιούνιος, 2008 σε 8:16 π.μ.
…εγώ πάλι δεν είδα κανέναν έρωτα, μα μια ατέλειωτη άδολη αγάπη από το τρίτο πρόσωπο της ιστορίας…μια αγάπη σχεδόν συγκινητική…
..καλημέρες…
29 Ιούνιος, 2008 σε 12:50 μ.μ
Είναι εκπληκτικό το πώς αθροίζονται οι απόψεις και μαζί κυκλώνουμε το μυστήριο και βλέπουμε πτυχές που ο καθένας μόνος του μπορεί να μην πρόσεχε.
29 Ιούνιος, 2008 σε 6:42 μ.μ
Όντως εκπληκτικό. Μου έδωσε και μια ιδέα. Έχεις e-mail.
3 Αύγουστος, 2008 σε 6:52 μ.μ
ξέρετε οποιεσδήποτε πληροφορίες για αυτό το θέμα σε άλλες γλώσσες;
3 Αύγουστος, 2008 σε 6:55 μ.μ
Για ποιό ακριβώς θέμα θα ήθελες πληροφορίες dil okulu;