Ο Χαράλαμπος Άλτχαϊμ περνά τις μέρες του ακίνητος. Η προσήλωση στο καθήκον δεν του επιτρέπει να αλλάξει στάση και να χαλάσει την πόζα του, ακόμα κι όταν το πάρκο είναι άδειο. Όταν η βροχή χτυπά την μεταλλική του πλάτη και ο ορίζοντας γίνεται ένα υγρό χάος ή όταν το χιόνι στοιβάζεται πάνω στους ώμους του με τις ώρες και τις μέρες. Προτιμά, όμως, τη λιακάδα. Αγαπά τον ήλιο, το πώς τον αγγίζει και τον ζεσταίνει μέχρι τις πατούσες. Οι καύσωνες, τα «κυνικά καύματα» δεν τον ενοχλούν, τα καλοδέχεται. Δεν κουνά ούτε την ουρά, αφήνει τις ώρες να κυλούν πάνω του και να σταλάζουν τον χρόνο στο γρασίδι.
Όταν πέσει η νύχτα και το πάρκο κλείσει, τελειώνει και η βάρδια του. Δεν του το είπε κανείς, αλλά, να, το κατάλαβε μόνος του. Μετά τα πρώτα βράδια είδε το μάταιο του να μένει εκεί, στην ίδια θέση, χωρίς ούτε την μακρινή υπόσχεση θεατών. Τις νύχτες βολτάρει στο πάρκο. Κάποιες φορές κάνει πως κοιμάται αλλά δεν κοιμάται στ’αλήθεια. Προσποιείται. Θα του άρεσε να μπορούσε να το κάνει, έχει δει να το κάνουν τα άλλα τετράποδα και ζήλεψε. Έχει δει να κάνουν κι άλλα, έχει τρέξει στην παρέα τους, όμως κατάλαβε πως δεν ταιριάζει. Δεν τον αποφεύγουν πάντα, πού και πού τον περιεργάζονται ή τον ανέχονται. Ξέρει πως δεν έχουν το δικό του πρωινό καθήκον, πως είναι ζεστά και μαλακά, πως δεν είναι από μέταλλο. Ξέρει πως είναι πιο δυνατός αλλά πιο αργός από αυτά. Και γνωρίζει πως έρχονται και φεύγουν ενώ αυτός μένει εκεί.
Του αρέσει να κάθεται στα κάγκελα του πάρκου και να χαζεύει τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο. Είναι κι αυτά μεταλλικά. Δεν έχει την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους. Εξάλλου, έχει περιεργαστεί κάποια όταν ήταν ακίνητα στο πάρκο και κατάλαβε πως ήταν ψόφια χωρίς ανθρώπους μέσα. Μα πάνε τόσο γρήγορα και χάνονται στο μεγάλο Έξω και χωράνε ανθρώπους και πράγματα! Κι αυτός είναι κούφιος αλλά δεν χωράει άνθρωπος μέσα και δεν υπάρχει άνοιγμα για να μπει τίποτα. Ούτε τρέχει στη λεωφόρο, μόνο στο πάρκο τριγυρνάει όλο το βράδυ και ακούγεται το κλανκ-κλανκ που κάνουν τα πόδια του στις πλάκες.
Λίγο μετά το χάραμα τεντώνεται, πλησιάζει το βάθρο και στωικά παίρνει τη γνωστή του πόζα. Αν είναι τυχερός, κάποια στιγμή θα κάτσουν πάνω του πουλιά. Του αρέσουν τα πουλιά. Δεν τον πειράζει να τον κουτσουλάνε. Του αρέσει να τον κοιτάνε και οι περαστικοί. Να στέκονται, να τον φωτογραφίζουν. Μια, δυο φορές κάποιοι τον αγκάλιασαν για λίγο. Του άρεσε, στενοχωρήθηκε που έφυγαν.
Ο Χαράλαμπος Άλτχαϊμ είναι πιστός σκύλος. Περνά τις μέρες του ακίνητος και σκέφτεται τα αμάξια στη λεωφόρο, τα πουλιά και τα ζεστά σκυλιά της νύχτας. Αν τον δείτε, χαϊδέψτε τον λίγο. Θα χαρεί.

7 Απριλίου, 2008 σε 1:24 μμ |
Ο σκύλος σας ο Χαράλαμπος [τι όνομα κι αυτό για άνθρωπο!] φρέσκος, με ωραία ελληνικά.
Απώλεσε το μεταλλικό του χαρακτήρα, και πήρε μορφή ανοιξιάτικου αναγνώσματος.
7 Απριλίου, 2008 σε 6:05 μμ |
Θα τον βρείτε στο Πάρκο Στρατού στην Κατεχάκη, έξω από τη Γλυπτοθήκη. Δεν θα κινηθεί, βέβαια…
[Το όνομά του θα το ακούσετε στον άνεμο κάποια περίεργα κρύα μεσημέρια]
7 Απριλίου, 2008 σε 6:22 μμ |
διποδο.
7 Απριλίου, 2008 σε 10:03 μμ |
Πολύ όμορφο!
8 Απριλίου, 2008 σε 9:46 πμ |
Τυχερός σκύλος αυτός που δε γνώρισε ποτέ το άγγιγμα του Γιαμπατζολιά…
8 Απριλίου, 2008 σε 8:53 μμ |
@dizzydream: Σ’ευχαριστώ.
@vildanden:
Ακόμα κι ο Εθνικός ποιητής της Ιστολόγησης, ο μέγιστος Γιαμπατζολιάς, μπορεί να δυσκολευόταν με ένα μεταλλικό σκύλο!