Η Εντίτ στην άγνωστη πόλη
Στην άγνωστη πόλη, με τους αγέλαστους περαστικούς, τους έρημους ατέλειωτους δρόμους, περπατά με τις ώρες σαν χαμένο σκυλί [σαν «σκυλί της βροχής»], μέσα σε λεωφόρους και σοκάκια και σιδηροδρομικές γραμμές.
Και το βράδυ, στο κρύο δωμάτιο με τους άδειους γκρίζους τοίχους, βυθίζεται στο λήθαργο, τρέμοντας τον ερχομό του πρωινού. Γιατί ο έρωτας έγινε κοφτερό μαχαίρι, και θέλει να το στρίβει στην πληγή, θηλάζοντας ύπνο και αναμνήσεις. Γιατί ο κόσμος μετατράπηκε σε μια ξένη πόλη [μια «κίτρινη πόλη»].
«Κι εσύ… με σκέφτεσαι ακόμα; Λίγο;»
La ville inconnue
[Edith Piaf]
Dans la ville inconnue, je n’aime rien.
Je prends toujours des rues qui vont trop loin,
D’interminables rues où je me perds,
Des quais, des avenues et des boulevards déserts
Puis, entre deux maisons, j’entends le tintamarre
D’un long train sur un pont qui s’en va quelque part.
Dans la ville inconnue, soir et matin,
Comme ce chien perdu, je vais et je reviens.
Il y a les passants qui ont l’air de vous fuir
Et qui n’ont pas le temps de vous faire un sourire.
Dans la ville inconnue, quand vient la nuit,
J’ai peur des murs tout nus, des murs tout gris.
J’ai peur de cet hôtel au lit trop froid
Et du matin cruel qui me réveillera,
Car je voudrais dormir, dormir même le jour
Avec mes souvenirs, mes souvenirs d’amour.
Dans la ville inconnue, je pense à toi,
Mais toi, te souviens-tu encore un peu de moi ?…
Αφιερωμένο στην Ι.

2 Απρίλιος, 2008 σε 3:10 μ.μ
Με τα αναμνηστικά του ερωτά στο πετσί,
κυκλοφορούμε σε μια πόλη άγνωστη.
Σθεναρά άγνωστοι και εμείς.
Ίσως κάποια να μας χαρτογραφήσει ξανά.
[Merci pour la chanson monsieur aerosol]
2 Απρίλιος, 2008 σε 3:12 μ.μ
Τι εκπληκτικό σχόλιο μου χάρισες, φίλε…!
2 Απρίλιος, 2008 σε 3:21 μ.μ
“Τα δάση είναι τσιμεντένια και οι νεόκτιστες πολυκατοικίες υψώνονται άγρια αποστερώντας το τοπίο απο την δικαιωματική του ομορφιά.
Το στομάχι μου απορροφά καρφιά, ίσως για αυτό να αισθάνομαι σιδερένιος. Είμαι ένας άντρας που αγνοεί τις συνέπειες και βαδίζει στο μονοπάτι της οργής. Κοιτάζει το είδωλό του στα χαλάσματα κι υψώνει το μέτωπο στον Θεό. Μάταια. Ο Θεός δεν αγαπά τον άνθρωπο. Ντύνεται με σύννεφα για να παραμένει αφανής. Το τοπίο είναι παραδειγματικά άσχημο. Είμαι άσπρος σαν λευχαιμία, δεν με βλέπω κι όμως το ξέρω. Απο παιδί ονειρευόμουν πως τα φαντάσματα είναι λευκά. Μια γυναίκα με κοιτάζει στα μάτια μέσα απο τα μαύρα της γυαλιά. Αν είχα γλώσσα πρόθυμη ίσως και να της μιλούσα κι οι κουβέντες μου είναι γεγονός πως θα ηχούσαν ξένες. Τα μετριοπαθή αυτιά αιφνιδιάζονται στη αμεσότητα των αντρικών συναισθημάτων και προσπαθούν να εξαφανιστούν μέσα σε τυποποιημένα όνειρα με ταυτοτητα κοπαδιού”
Απο κάτι που δεν ανέβασα στο μπλογκ, μια δύσκολη μέρα που βίωσα κι έπειτα άλλαξαν όλα.
2 Απρίλιος, 2008 σε 3:30 μ.μ
Σήμερα είναι η ημέρα των δώρων!
Ευχαριστώ, για όλη την άγρια ομορφιά.
3 Απρίλιος, 2008 σε 11:35 π.μ.
δεν ξερω αν σας σκεφτεται εκεινη λιγο ή πολυ,
το σιγουρο ειναι οτι θα σας σκεφτομαι εγω
τουλαχιστον σημερα οολη μερα.
μα τι ωραιο ποστ.
3 Απρίλιος, 2008 σε 7:56 μ.μ
Ομολογώ πως δεν είναι αυτοβιογραφικό το ποστ (ή, ίσως, είναι με την ευρεία έννοια: καταστάσεις που οι περισσότεροι κάποτε ζήσαμε). Την θλίψη της Πιάφ μεταφέρει.
Ελπίζω να εξακολουθεί να αξίζει το όμορφο σχόλιο και την καλή σας σκέψη! Και, ασφαλώς, ευχαριστώ.
15 Απρίλιος, 2008 σε 8:10 μ.μ
Η μοναξια εχει ισως δυο οψεις.
αν τηνχαιδεψεις και την αγαπησεις, θα γινει ο καλυτερος φιλος σου.
16 Απρίλιος, 2008 σε 10:32 π.μ.
Κοίτα, dee, είχα όλη την καλή διάθεση να διαφωνήσω μαζί σου, αλλά μπήκα στο μπλογκ σου και πέτυχα κάτι μουσικές πολύ της αρεσκείας μου, οπότε… ό,τι πεις!