Αρχείο για Απρίλιος, 2008
Πτήση
24 Απρίλιος, 2008Εκ της διευθύνσεως
19 Απρίλιος, 2008«Δεν θέλω» λέει. «Δεν θέλω καν να σε καταλάβω».
Ο καθένας έχει αυτό το δικαίωμα. Να περιχαρακώνει τις βίλες της σκέψης του με τοίχους, συρματοπλέγματα και φρουρούς, ώστε να μην έχει καμμιά επαφή με την απειλητική παραγκούπολη των αλλότριων ιδεών και απόψεων. Να περιοριστεί στην οικεία θαλπωρή του μυαλού του.
Στις Η.Π.Α, μάλιστα, χρησιμοποιείται η έκφραση “I don’t believe in…[κάτι]“. Δηλώνει πως, όχι μόνο δεν συμφωνείς με κάτι αλλά και πως είσαι τόσο κάθετα αντίθετος που προτιμάς να μην αναφέρεσαι σ’αυτό, να φέρεσαι ως να μην υπάρχει. Αυτή η ιδιότυπη, ενήλικη εκδοχή μαγικής σκέψης υπονοεί τη δυνατότητα να καταργείς την πραγματικότητα κατά βούληση. Να καταδικάζεις κάτι σε ανυπαρξία στερώντας του την «πίστη» σου.
Δεν αποκλείω να υπάρχουν τομείς της ανθρώπινης εμπειρίας που αυτή η μέθοδος να φέρνει κάποια αποτελέσματα. Σε προσωπικά, ιδιωτικά φαινόμενα της ύπαρξης. Γιατί, αν κάτι μπει στη σφαίρα του κοινωνικού, η μικρή μερίδα της προσωπικής μας πίστης δεν είναι παρά ένα αμελητέο κλάσμα ενός γιγάντιου συνόλου. Ο κόσμος αρνείται να εξαφανιστεί όποτε κλείνω τα μάτια. Η νταλίκα που έρχεται κατά πάνω μου δεν χρειάζεται την πίστη μου, πιστεύει αυτή σε μένα.
Έχω κάθε δικαίωμα να «μην θέλω καν να σε καταλάβω». Όμως, όπως κάθε επιλογή, έχει ένα τίμημα. Δεν χρειάζεται να το καταλάβεις ή να το πιστέψεις. Θα σε βρει αυτό, είναι τα ίδια τα απόνερα της κίνησής σου.
Μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.
Κατά πρόσωπο
10 Απρίλιος, 2008
Υπάρχει το πρόσωπο που είμαστε, το πρόσωπο που θέλουμε να γίνουμε, το πρόσωπο που βλέπουμε στα μάτια των άλλων, το πρόσωπο που φοβόμαστε πως κρύβεται πίσω από το πρόσωπο που δείχνουμε. Ψάχνοντας ταυτότητα μέσα σ’αυτό το παιχνίδι με τους καθρέφτες, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος… ατυχημάτων…
[Περίεργα πράγματα συμβαίνουν όσο βρισκόμαστε υπό την επήρεια της πραγματικότητας.]
Ημέρες στο πάρκο
7 Απρίλιος, 2008Ο Χαράλαμπος Άλτχαϊμ περνά τις μέρες του ακίνητος. Η προσήλωση στο καθήκον δεν του επιτρέπει να αλλάξει στάση και να χαλάσει την πόζα του, ακόμα κι όταν το πάρκο είναι άδειο. Όταν η βροχή χτυπά την μεταλλική του πλάτη και ο ορίζοντας γίνεται ένα υγρό χάος ή όταν το χιόνι στοιβάζεται πάνω στους ώμους του με τις ώρες και τις μέρες. Προτιμά, όμως, τη λιακάδα. Αγαπά τον ήλιο, το πώς τον αγγίζει και τον ζεσταίνει μέχρι τις πατούσες. Οι καύσωνες, τα «κυνικά καύματα» δεν τον ενοχλούν, τα καλοδέχεται. Δεν κουνά ούτε την ουρά, αφήνει τις ώρες να κυλούν πάνω του και να σταλάζουν τον χρόνο στο γρασίδι.
Όταν πέσει η νύχτα και το πάρκο κλείσει, τελειώνει και η βάρδια του. Δεν του το είπε κανείς, αλλά, να, το κατάλαβε μόνος του. Μετά τα πρώτα βράδια είδε το μάταιο του να μένει εκεί, στην ίδια θέση, χωρίς ούτε την μακρινή υπόσχεση θεατών. Τις νύχτες βολτάρει στο πάρκο. Κάποιες φορές κάνει πως κοιμάται αλλά δεν κοιμάται στ’αλήθεια. Προσποιείται. Θα του άρεσε να μπορούσε να το κάνει, έχει δει να το κάνουν τα άλλα τετράποδα και ζήλεψε. Έχει δει να κάνουν κι άλλα, έχει τρέξει στην παρέα τους, όμως κατάλαβε πως δεν ταιριάζει. Δεν τον αποφεύγουν πάντα, πού και πού τον περιεργάζονται ή τον ανέχονται. Ξέρει πως δεν έχουν το δικό του πρωινό καθήκον, πως είναι ζεστά και μαλακά, πως δεν είναι από μέταλλο. Ξέρει πως είναι πιο δυνατός αλλά πιο αργός από αυτά. Και γνωρίζει πως έρχονται και φεύγουν ενώ αυτός μένει εκεί.
Του αρέσει να κάθεται στα κάγκελα του πάρκου και να χαζεύει τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο. Είναι κι αυτά μεταλλικά. Δεν έχει την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους. Εξάλλου, έχει περιεργαστεί κάποια όταν ήταν ακίνητα στο πάρκο και κατάλαβε πως ήταν ψόφια χωρίς ανθρώπους μέσα. Μα πάνε τόσο γρήγορα και χάνονται στο μεγάλο Έξω και χωράνε ανθρώπους και πράγματα! Κι αυτός είναι κούφιος αλλά δεν χωράει άνθρωπος μέσα και δεν υπάρχει άνοιγμα για να μπει τίποτα. Ούτε τρέχει στη λεωφόρο, μόνο στο πάρκο τριγυρνάει όλο το βράδυ και ακούγεται το κλανκ-κλανκ που κάνουν τα πόδια του στις πλάκες.
Λίγο μετά το χάραμα τεντώνεται, πλησιάζει το βάθρο και στωικά παίρνει τη γνωστή του πόζα. Αν είναι τυχερός, κάποια στιγμή θα κάτσουν πάνω του πουλιά. Του αρέσουν τα πουλιά. Δεν τον πειράζει να τον κουτσουλάνε. Του αρέσει να τον κοιτάνε και οι περαστικοί. Να στέκονται, να τον φωτογραφίζουν. Μια, δυο φορές κάποιοι τον αγκάλιασαν για λίγο. Του άρεσε, στενοχωρήθηκε που έφυγαν.
Ο Χαράλαμπος Άλτχαϊμ είναι πιστός σκύλος. Περνά τις μέρες του ακίνητος και σκέφτεται τα αμάξια στη λεωφόρο, τα πουλιά και τα ζεστά σκυλιά της νύχτας. Αν τον δείτε, χαϊδέψτε τον λίγο. Θα χαρεί.
Η Εντίτ στην άγνωστη πόλη
2 Απρίλιος, 2008Στην άγνωστη πόλη, με τους αγέλαστους περαστικούς, τους έρημους ατέλειωτους δρόμους, περπατά με τις ώρες σαν χαμένο σκυλί [σαν «σκυλί της βροχής»], μέσα σε λεωφόρους και σοκάκια και σιδηροδρομικές γραμμές.
Και το βράδυ, στο κρύο δωμάτιο με τους άδειους γκρίζους τοίχους, βυθίζεται στο λήθαργο, τρέμοντας τον ερχομό του πρωινού. Γιατί ο έρωτας έγινε κοφτερό μαχαίρι, και θέλει να το στρίβει στην πληγή, θηλάζοντας ύπνο και αναμνήσεις. Γιατί ο κόσμος μετατράπηκε σε μια ξένη πόλη [μια «κίτρινη πόλη»].
«Κι εσύ… με σκέφτεσαι ακόμα; Λίγο;»
La ville inconnue
[Edith Piaf]
Dans la ville inconnue, je n’aime rien.
Je prends toujours des rues qui vont trop loin,
D’interminables rues où je me perds,
Des quais, des avenues et des boulevards déserts
Puis, entre deux maisons, j’entends le tintamarre
D’un long train sur un pont qui s’en va quelque part.
Dans la ville inconnue, soir et matin,
Comme ce chien perdu, je vais et je reviens.
Il y a les passants qui ont l’air de vous fuir
Et qui n’ont pas le temps de vous faire un sourire.
Dans la ville inconnue, quand vient la nuit,
J’ai peur des murs tout nus, des murs tout gris.
J’ai peur de cet hôtel au lit trop froid
Et du matin cruel qui me réveillera,
Car je voudrais dormir, dormir même le jour
Avec mes souvenirs, mes souvenirs d’amour.
Dans la ville inconnue, je pense à toi,
Mais toi, te souviens-tu encore un peu de moi ?…
Αφιερωμένο στην Ι.




