Δεν ήταν η πρώτη φορά που το μαχαίρι είχε φτάσει στο κόκαλο. Για την ακρίβεια, το μαχαίρι έφτανε συχνά μέχρι εκεί. Μετά συνέβαινε κάτι περίεργο: το μαχαίρι υποχωρούσε και η σάρκα έκλεινε αμέσως, σα να μην είχε γίνει απολύτως τίποτα. Εξάλλου, το μαχαίρι ποτέ δεν πήγαινε παραπέρα. Πάντα έφτανε στο κόκαλο και σταματούσε. Πολύ γερό κόκαλο!

19 Νοεμβρίου, 2007 σε 8:01 μμ |
Δεν έχουν πάτο τα πολύ γερά κόκαλα, ε? Ξέρεις τι πάτο… Αυτόν που πιάνεις έτσι και φτάσεις στο τελευταίο σκαλί στου κακού τη σκάλα. Αυτόν που υποτίθεται πως, όταν τον πιάσεις, ” θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ώ χαρά, τα φτερά τα πρωτινά σου, τα μεγάλα”…
Δε θα έχουν, μάλλον. Αλλιώς ο Παλαμάς δε θα έγραφε για σκάλες. Για κόκαλα θα έγραφε…
19 Νοεμβρίου, 2007 σε 8:11 μμ |
flesh dialectics! (nice one)
19 Νοεμβρίου, 2007 σε 9:32 μμ |
Είναι το δικό μας (συλλογικά μιλώντας) κόκαλο που αντέχει;
Είναι τα μεγάλα λόγια που ακούμε και ξανακούμε και ούτε πάτος φαίνεται στον ορίζοντα ούτε η σκάλα που θα δώσει τα φτερά της ανόδου;
Είναι το μαχαίρι στομωμένο;
Δεν ξέρω. Εσείς ό,τι πείτε.
[Flesh dialectics; Καλό αυτό...]
23 Νοεμβρίου, 2007 σε 5:21 μμ |
…ΤΙ να φταίει το κακόμοιρο το κόκκαλο;!
Αφού όλο το πληγώνουν-και-καλά και όλο πέρασε το μαχαίρι και δεν κόλλησε…
Όπου ακούς τέτοιες πομπώδεις δηλώσεις
κράτα και μικρό (δεν μου ‘ρχεται, ψάχνω να αντικαταστήσω το κοφίνι, αλλά λαπάς σήμερα το μυαλό…).
Καλησπέρα
(και το δόντι ως κόκκαλο λογίζεται – και με έχει πεθάνει τελευταία…)
24 Νοεμβρίου, 2007 σε 2:43 πμ |
Περαστικά σου.