Υπάρχει κάτι που μπορεί να προσδώσει κύρος και βαρύτητα σε οποιαδήποτε ιδέα. Μια μικρή λεπτομέρεια που μπορεί να δώσει έναν αέρα αυθεντίας στις λέξεις.
Το να τις δούμε τυπωμένες.
Είναι ένας αυτόματος, ανεπαίσθητος μηχανισμός με σοβαρό ψυχολογικό αντίκτυπο. Τα τυπωμένα γράμματα ασκούν μια γοητεία στο μυαλό μας. Αυξάνουν την πιθανότητα να θεωρήσουμε αληθές αυτό που γράφουν. Το έντυπο είναι για τις ιδέες ό,τι το υμένιο για τις κάψουλες των φαρμάκων. Βοηθά να τις καταπιούμε ευκολότερα! Εμείς δεν το γνωρίζουμε αλλά οι επαγγελματίες της επικοινωνίας συχνά το γνωρίζουν.
Οι τυπωμένες λέξεις υπονοούν πως αυτό που διαβάζουμε είναι αρκετά αξιόλογο ώστε να το τυπώσουν. Λες και αυτή η επιλογή (κάποιων, των οποιωνδήποτε) σηματοδοτεί πως λέγεται κάτι σημαντικό. Αυθόρμητα, θεωρούμε πως αυτοί οι «κάποιοι» -πάντα πληθυντικός- είναι κάτι σαν επιτροπή σοφών που δεν θα τύπωνε πράγματα ανόητα και αναληθή.
Δεν είναι παντοδύναμη αυτή η τάση: είναι μια μικρή ώθηση υπέρ της τυπωμένης γλώσσας. Μικρή αλλά υπαρκτή. Δεν λειτουργεί με τα χειρόγραφα που αφήνουν την αίσθηση του πρόχειρου, του υποκειμενικού. Λειτουργεί λιγότερο με πράγματα τυπωμένα στον εκτυπωτή, γιατί μας είναι οικεία η ευκολία αυτής της διαδικασίας, πράγμα που μειώνει το κύρος της. Στις ιστοσελίδες εξαρτάται από τον συνολικό τόνο και την επισημότητα -θέλει προσπάθεια για να κατανικηθεί η φευγαλέα αίσθηση που αφήνει η οθόνη. Στα βιβλία, όμως, και τις εφημερίδες το πράγμα αλλάζει. Εικάζουμε (έστω και ασυνείδητα) τον κόπο, τον χρόνο, το κόστος, την απόφαση της εκτύπωσης. Και το τυπωμένο χαρτί στα χέρια μας έχει κάτι το τελεσίδικο, το ιστορικό.
Στο παιχνίδι της διαμόρφωσης της πραγματικότητας και της σκέψης, ο Γουτεμβέργιος έχει ακόμα κάποιους άσσους στο μανίκι.
Ετικέτες: Γλώσσα & Πραγματικότητα
5 Νοεμβρίου, 2007 σε 5:11 μμ |
ΑΝ και δεν μου αρέσει να μιλάω για αυτά που κάνω,
μιας και το αναφέρεις, θα το πω.
Όταν είδα τυπωμένα τα βιιβλία μου, πανικοβλήθηκα.
Η ευθύνη ξεκινούσε…
Ύστερα από λίγα χρόνια τα απομυθοποίησα όλα.
Δεν ξέρω αν προσδίδουν κύρος οι “τυπωμένες” λέξεις, εγώ πάντως, έχασα τον ύπνο μου όταν ξεκίνησα…
Ο Ανατόλ Φρανς (δεν τρελαίνομαι αλλά μου πάει το γνωμικό του) είπε
ΔΕΝ υπάρχουν άσχημα βιβλία,
όπως δεν υπάρχουν και άσχημοι άνθρωποι.
Με φοβίζουν οι τυπωμένες λέξεις, αλήθεια.
Με φοβίζουν γιατί παρασσύρομαι, με οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα (λανθασμένες αγορές, γιατί όχι;) και…
…πολλά είπα, συμπάθα με, άγγιξες όμως ένα θέμα που εμένα τουλάχιστον με βασανίζει χρόνια.
Να συνεχίσω δηλαδή ή να μην συνεχίσω…
5 Νοεμβρίου, 2007 σε 8:21 μμ |
Σήμερα, μια κοπελιά μελετούσε τις φορητές μου γραφικές ύλες και δεν της άρεσε το γεγονός πως δεν είχα μαζί μου γόμα. Της απάντησα πως, ιδεολογικά δεν έχω ούτε γόμμες ούτε μπλάνκο, μια και, ό,τι γράφει, δε γίνεται ποτέ να ξεγραφτεί πραγματικά. Η σκέψη αυτή την τρόμαξε.
Η μαγεία, είναι δεμένη με τη γραφή. Οι λέξεις από τους Αιγύπτιους και πέρα, έχουν δυνάμεις.
Προφανώς η ίδια αντίληψη παραμένει.
5 Νοεμβρίου, 2007 σε 8:41 μμ |
Συμφωνώ aerosol.
5 Νοεμβρίου, 2007 σε 10:25 μμ |
Δεν θεωρώ την ευθύνη της συγγραφής τέτοια που να φοβάται κανείς να την αναλάβει από φόβο μην εκδοθεί. Και οπωσδήποτε όχι όσον αφορά τη λογοτεχνία. Ούτε θέλω να μυθοποιήσω ή να δαιμονοποιήσω την τυπωμένη γλώσσα. Δεν “υπνωτίζει” (εκτός από λίγα τόσο προβληματικά μυαλά που θα αντιμετώπιζαν νοσηρά το οποιοδήποτε ερέθισμα).
Θέλω να δώσω μια παράμετρο που καλό είναι να έχουμε στο νου μας ως αναγνώστες -κυρίως για τα κείμενα που αφορούν απόψεις, πληροφόρηση, παρουσίαση γεγονότων και σχολιασμό.
Με ενδιαφέρει. όμως, η προσωπική σου εμπειρία, μετεωρίτη! Έχει βαρύτητα το αίσθημα ευθύνης από την πλευρά του συγγραφέα.
[Συμφωνώ, φίλε Κουσουράτο, η σχέση της γλώσσας -ως ήχου και ως γραφής- με τη μαγεία είναι βαθιά. Έχω σκεφτεί και κάποιο ποστ πάνω σ'αυτό αλλά... θα δούμε. Αν σκέφτεσαι κάτι παραπάνω, ευπρόσδεκτο.]
6 Νοεμβρίου, 2007 σε 2:47 πμ |
Τεράστιο ρόλο, ίσως πιό μεγάλο και από το ίδιο το κείμενο, παίζει και η γραμματοσειρά.
Δοκιμάστε να διαβάσετε το ίδιο κείμενο με διαφορετικό τύπο γραμμάτων και δείτε πόσο “βάρος” οι ίδιες λέξεις αποκτούν με την κάθε γραφή.
(είπαμε είναι η εποχή του Φαίνεσθαι)
6 Νοεμβρίου, 2007 σε 3:42 πμ |
Ομολογώ ότι δεν είχα σκεφτεί ποτέ αυτη την παράμετρο του ” τυπωμένου κύρους ” που όντως ισχύει, μου ηρθαν στο μυαλό τα βιβλία στο Λύκειο ψυχρά και μερικά κακοτυπωμένα σε αντιστοιχία με τα γράμματα του καθηγητή στον πίνακα, βιαστικά ίσως, πιό ζεστά ίσως άλλά εξαφανισμένα μ’ ένα σβήσιμο σαν να μην γράφτηκαν ποτέ.
Ισχύει και για τον Τύπο αυτό, η είδηση αποκτά άμέσως “βαρύτητα”.
6 Νοεμβρίου, 2007 σε 11:41 πμ |
“Στο παιχνίδι της διαμόρφωσης της πραγματικότητας και της σκέψης..”
Η γραφή μπορεί να είναι ένα εμπνευσμένο μεθύσι.
Η μια κοπιαστική πειθαρχία…
Εγώ τη βλέπω σαν το τρίτο σκέλος ενός ονείρου.
Ενα όνειρο όταν το δεις , όταν το διηγηθείς και όταν το γράψεις είναι τρεις διαφορετικοί κόσμοι.
Βλέπω ένα όνειρο .. είμαι εγώ. Ενα εγώ που αγνοώ αλλά πέρασε φευγαλέα μπροστά μου και μου άφησε ίχνη.
Να το διηγηθώ είναι μια ξαφνική επιθυμία να συγκρατήσω στα μάτια των άλλων ίσως αυτό που μου ξέφυγε.
Οταν αποφασίσω να πάρω ενα χαρτί να σχηματίσω σε λέξεις το όνειρό μου είναι γιατί αποφάσισα ότι θέλω να του δώσω ζωή στο χρόνο.
Είναι ένα μέλλον που βγαίνει από τη δική μου ανάμνηση που εγώ μπορώ να το καθορίσω . Να πω ένα όμορφο ψέμμα ή μια άσχημη αλήθεια. Να προσφέρω γνώση, η να θολώσω ακόμα περισσότερο το τοπίο, να παίξω ή να σοβαρέψω τα πράγματα.
Μπορώ να είμαι βάτραχος στο όνειρό μου ή πρίγκηπας αλλά αυτό που οι άλλοι θα μάθουν θα είναι η τελική μου απόφαση στο πόσο ειλικρινής επιθύμησα να είμαι με εκείνους και μένα.
Η γραφή είναι η απόφασή μου απέναντι σους άλλους.
Συμφωνώ στο φόβο για τις τυπωμένες λέξεις.
Γράφω μεθυσμένη,
Ξυπνώ και τρομάζω από εκείνα τα χαρτιά τα πεταμένα στο κρεββάτι.
Ηταν έτσι οι σκέψεις μου τη προηγούμενη νύχτα…Τόσο αναπάντεχα άσχημες ή τόσο αναπάντεχα όμορφες ?
6 Νοεμβρίου, 2007 σε 2:32 μμ |
Όπως και να το κάνεις, αλλιώς είναι να του τα λέει η μοίρα κάποιου κι αλλιώς να του τα γράφει.
6 Νοεμβρίου, 2007 σε 4:37 μμ |
@vasiliskos:
“Η γραφή είναι η απόφασή μου απέναντι στους άλλους.”
Το κρατάω αυτό. Είναι από τους πιο άμεσους τρόπους να το πεις.
Επίσης, έχω νιώσει κι εγώ το δέος του να διαβάζω προχτεσινό μου κείμενο και να είναι σαν να το έγραψε άλλος.
@indictos:
Έτσι είναι: οι γραμματοσειρά μπορεί να δώσει άλλες διαστάσεις στο κείμενο.
Αυτό, πάντως, έχει εφαρμογή κυρίως στη γραφιστική και στην διαφημιστική οπτική επικοινωνία -ή στην οθόνη μας. Βιβλία και εφημερίδες χρησιμοποιούν περιορισμένη γκάμα γραμματοσειρών, με βασικό κριτήριο την απρόσκοπτη αναγνωσιμότητα, και οι διαφορές είναι λιγότερο σημαντικές.
@τίποτα:
Νομίζω πως μ’ έστειλες αδιάβαστο!
7 Νοεμβρίου, 2007 σε 3:18 μμ |
αυτός που έχει να πάρει κάτι (για τους δικούς του λόγους – καλούς και κακούς) από ένα κείμενο, θα μείνει και θα επιμείνει στην ιστοσελίδα.
από την άλλη η “φευγαλέα αίσθηση που αφήνει η οθόνη” όπως λες, βοηθά στο να κατανοούμε την ασημαντότητά μας, να μαζευόμαστε που και που (η ψηφιακή επικοινωνία έχει πολλές διακυμάνσεις, όχι πάντοτε θετικές), γιατί οι άνθρωποι πλέον τείνουν να απλώνουν το εγώ τους σαν μία διαφανή μεμβράνη που τα περικλείει όλα.
ξέρω ότι είναι γενικό φαινόμενο αλλά η συνήθης τερατόμορφη ανωνυμία του διαδικτύου είναι ο πραγματικός καθρέφτης. αν μη τι άλλο σε αφυπνίζει στο ένα χιλιοστό του παροντικού επικοινωνιακού χρόνου.
τελικά, ίσως το έντυπο κείμενο ως παράδοση (ως επώνυμο και, συνεπώς, γνώριμο) να δημιουργεί την απόλαυση της ανάγνωσης.
7 Νοεμβρίου, 2007 σε 6:16 μμ |
Συμφωνώ mondo. Και δεν προσπαθώ να συγκρίνω την τυπογραφία με το internet σε άλλους τομείς πέρα από τον συγκεκριμένο που αναφέρω.
Το χαοτικό στοιχείο του διαδικτύου είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένα από τα βασικά πλεονεκτήματά του. Η διαδικτυακή έλλειψη “ιστορικότητας” (μια σελίδα που αγαπάς μπορεί σήμερα να είναι, αύριο να μην είναι!) είναι επίσης ενδιαφέρουσα. Ίσως και να είναι αυτή η διαφορά (απ’ όλες) που έχει με το έντυπο, που ευθύνεται για την αίσθηση αυξημένου “κύρους” που ενδύεται μια άποψη ή πληροφορία σε τυπωμένη μορφή σε σχέση με την οθόνη.
Ένα βιβλίο -ας πούμε- έχει κάτι μνημειακό, σαν να φτιάχτηκε για να αψηφά τον χρόνο. Βοηθά και το γεγονός πως είναι αντικείμενο, που το πιάνεις και το περιεργάζεσαι, και όχι αρχείο από bits και bytes.
Οι πιο έμπειροι αναγνώστες καταλαβαίνουν πως αυτό το κύρος είναι συχνά απατηλό. Σε όλους, όμως, λειτουργεί αυτό το μικρό “προβάδισμα” πειθούς του έντυπου -όπως όλοι νιώθουν πως υστερεί σε εντύπωση και θεαματικότητα.
8 Νοεμβρίου, 2007 σε 1:54 πμ |
θα πω την αποψη μου ως βιβλιοφιλος και ως συγγραφεας που εριξε το βιβλιο του στο δικτυο αντι να το τυπωσει.
ως βιβλιοφιλος αγαπω το βιβλιο ολιστικα, εξωφυλλο, χαρτι, περιεχομενο, ενα πραγμα.
ενα ζωντανο πραγμα.
άλλα βιβλια τα εχω διαβασει πανω απο 10 φορες και άλλα μονο μια.
αλλά ολα παραμενουν στην θεση τους στην βιβλιοθηκη.
το δικο μου βιβλιο δεν θελησα να το πουλησω, αλλά ουτε καν να το βαλω στο συστημα εμποριου βιβλιων.
ειμαι υπερ της ελευθερης διακινησης πληροφοριων και το εριξα στην ιστοσελιδα μου.
ειχα σκοπο να τυπωσω μερικα αντιτυπα με ψηφιακη εκτυπωση για μενα και μερικους φιλους.
αυτο που με εντυπωσιασε ηταν οτι αρκετοι απο αυτους που το διαβασαν στο δικτυο, το θελησαν και τυπωμενο σε χαρτι.
σε βιβλιο.
δεν ειναι λοιπον οι λεξεις και τα νοηματα μονο που κανουν ενα βιβλιο.
ειναι το βιβλιο αυτο καθεαυτο.
δεν ειναι μονο το πνευμα του συγγραφεα, αλλά και του σελιδοποιου, και του συνθετη του εξωφυλλου και του τυπογραφου, συν κατι ακομη που απορεει απο την συντονισμενη τους προσφορα και το ζωντανευει.
για μενα κρατησα το πρωτο δοκιμαστικο αντιτυπο που εχει δυο χρωματα χαρτι.
λευκο και σαμουα.
υπεροχο!
το δε αντιτυπο του ΟΥΜΠΙΚ που εχω, ειναι απο την σκατα εκδοση με τις μπερδεμενες σελιδες.
εμενα μου αρεσει, γιατι περαν της προσπαθειας να συλλαβω την σκεψη του Ντικ στην πρωτη αναγνωση, επρεπε να κανω και σελιδοποιηση.
ΥΓ. το ξερετε οτι στον δισκοκοσμο τα μαγικα βιβλια τα εδεναν με αλυσιδες για να μην την κοπανησουν?
8 Νοεμβρίου, 2007 σε 1:58 πμ |
πρεπει να ομολογησω οτι εχω ασελγησει σε ενα βιβλιο καποτε…
στο αινιγμα της κουφιας γης, το οποιο πριν καν το διαβασω ολοκληρο, το εκανα κουφιο και το μετετρεψα σε τασακι με εξωφυλλο.
8 Νοεμβρίου, 2007 σε 9:58 πμ |
Το να γράφεις κάτι που θα μείνει για πάντα (υποθετικά)΄, είναι το μεγαλύτερο βάρος για αυτόν που το γράφει και αυτό που του δίνει κύρος για τους υπόλοιπους…
Τα λόγια όλοι τα μασάνε αλλά τα γραπτά ποτέ!!
8 Νοεμβρίου, 2007 σε 2:11 μμ |
Αγαπώ κι εγώ την πλήρη αίσθηση του βιβλίου. Είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής και τεχνικής προσπάθειας πολλών ανθρώπων και μπορεί να κρύβει απίστευτο μεράκι στην παραγωγή του.
[Τασάκι δεν έχω φτιάξει, αλλά θυμάμαι με ενθουσιασμό το κόλπο με το πιστόλι κρυμμένο σε βιβλίο, από κάποιες ταινίες!]
Μου αρέσουν και οι παλιότερες εκδόσεις που χρειάζονταν κόψιμο πάνω και στο πλάϊ και άφηναν το χαρτί “κατσαρό”.
Ίσως αυτή η ζεστασιά που αποπνέει το βιβλίο να είναι υπεύθυνη για το πώς κάποιος μπορεί να σου λέει το άσπρο μαύρο, κραδαίνοντας ως απόδειξη το βιβλίου του Μήτσου Απατεωνίδη (Εκδόσεις Μούφα) όπου “να, αφού το λέει εδώ!”. Ακόμα κι αν έχεις ισχυρά επιχειρήματα που διαψεύδουν το βιβλίο.
“Τα λόγια όλοι τα μασάνε αλλά τα γραπτά ποτέ!!”
Πράγματι, Τάσο, γραφή απαιτεί άλλη σαφήνεια και μένει στο χρόνο.
[Σίγουρα, όμως, θα έχεις πετύχει και ανθρώπους που... μασάνε και τα γραπτά τους!]