Έκατσε βαριά στην ξύλινη καρέκλα.. Κοίταξε τριγύρω χαϊδεύοντας αφηρημένα τη γενειάδα του. Τον περιστοίχιζαν τα εργαλεία του μόχθου μιας ζωής. Οι άμβυκες, τα γουδιά, ο παλιός φούρνος, οι σωλήνες. Πόσα χρόνια ξόδεψε σε ανήλιαγα δωμάτια, με τη μυρωδιά του aqua regia και του φλεγόμενου θειαφιού στα ρουθούνια; Σε πόσες σελίδες χειρογράφων χάλασε τα μάτια του για να αποκρυπτογραφήσει την κρυμμένη γνώση του Μαρσίλιο Φιτσίνο, του Ποντάνους και του Αρτέφιου; Στα νιάτα του είχε μείνει και τρεις μέρες άγρυπνος, σκυμμένος πάνω από σκόνη κιννάβαρης, λειώνοντας αλάβαστρο και διαλύοντας κωλ, παρασυρμένος από την απατηλή ελπίδα πως ανακάλυψε την αλκαγέστη, το υπέρτατο μυστικό διαλυτικό. Κωδικοποιημένα μηνύματα στη Βέρνη και την Πράγα για να μάθει τα νέα των άλλων εραστών του Μεγάλου Έργου, χαράματα σε καταιγίδες να μαζέψει τα φυτά που χρειαζόταν, χέρια όλο κάλλους, χαρακιές και καψίματα. Και η μοναξιά. Οι σιωπηλές μέρες και οι στεγνές νύχτες, πιστός στους όρκους αποχής και στην ευθύνη. Η μοναξιά της σάρκας, του μυαλού, της καρδιάς.
Καταγράφει νοερά τα υπάρχοντά του. Το εργαστήρι, το ρημαδιασμένο σπίτι, τα βιβλία -ο μόνος του θησαυρός-, λίγα παλιομοδίτικα ρούχα και δυο μπαλωμένες ρόμπες εργασίας. Και μια χούφτα νομίσματα για να βγει ο χειμώνας.
Όμως αρκετά μ’αυτά! Η μοίρα άργησε αλλά τον αντάμειψε. Ακριβώς τη στιγμή που το βάρος της απογοήτευσης έπεφτε βαρύ σαν τις πρωινές ομίχλες. Ακριβώς τη στιγμή που λιποψυχούσε και οι ρευματισμοί του έδιωχναν το Μεγάλο Έργο από το νου.
Το τρίτο στάδιο, το πιο φευγαλέο και απαιτητικό, ολοκληρώθηκε. Η λύση ήρθε εκεί που δεν την περίμενε: μια έκλαμψη, ένα πετάρισμα της καρδιάς ενόσω καθόταν στο γραφείο του και πάλευε τη μετάφραση του Ναγκαρζούνα. Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος, αύξησε λίγο τη θερμοκρασία στον κλίβανο, ανακάτεψε λίγα άλατα σε αποσταγμένο νερό και τα πρόσθεσε στο υπάρχον μείγμα μαζί με αντιμόνιο. Έτρεξε στην κρύα κάμαρά του με δάκρυα στα μάτια και προσευχήθηκε ως το πρωί. Όταν επέστρεψε στο εργαστήρι κάθε αμφιβολία εξαφανίστηκε. Η ώρα της δικαίωσης είχε έλθει. Αυτός, ο Ιωάννης Αλβέρτος του Έκαρτ, κατάφερε να μετατρέψει τον χρυσό σε μολύβι.