Ήταν ολοφάνερο: μόλις με είδε πανικοβλήθηκε. Δεν φοβήθηκε απλά, να μείνει ζαρωμένη να περιμένει την αντίδρασή μου. Τρελάθηκε απ’ το φόβο κι άρχισε να τρέχει με όση δύναμη είχαν τα πόδια της για να φύγει μακριά μου. Δεν ήξερε πού να πάει, πού να κρυφτεί… Μόνο έτρεχε στα τυφλά κουτουλώντας σε τοίχους και εμπόδια, σίγουρη για τις προθέσεις μου. Όλη η εμπειρία της, όλο το ένστικτο, την ειδοποιούσε πως μπήκα στο δωμάτιο για να τη σκοτώσω. Η προσωπική της Νέμεση ενσαρκωμένη, εγώ, ο απρόσωπος εφιάλτης.
[Τι να πω; Πως δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό; Πως είμαι παντελώς αθώος; Το ξέρω και το ξέρετε πως δεν είναι έτσι. Να μπω σε λεπτομέρειες;]
Κι όμως, δεν πήγα γυρεύοντας να τη βρω. Μπήκα τυχαία στο δωμάτιο, ακολουθώντας δικούς μου σκοπούς και ανάγκες. Μάλιστα, ούτε που περίμενα πως θα ήταν εκεί. Δεν την είχα ξαναδεί καν. Αλλά, να, βρεθήκαμε σ’ αυτό το σκληρό τετ-α-τετ και εκείνη άρχισε να τρέχει κι εγώ άρχισα να αναπνέω γρηγορότερα. Αλλά δεν την κυνήγησα. Αποφάσισα πως δεν ήθελα να έχω τον χαμό της στη συνείδησή μου, δεν είχα κανένα λόγο να επιδιώξω αυτό τον θάνατο! Η σκέψη με ξάφνιασε. Όλος αυτός ο πανικός εξαιτίας μου. Από εμένα προσπαθούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει.
Ένιωσα αμηχανία. Δεν είχα κακούς σκοπούς κι όμως αυτή έψαχνε διέξοδο σαν τρελή. Μάταια, βέβαια, γιατί στην πόρτα στεκόμουν εγώ. Έπρεπε να την αφήσω να ανακτήσει την ηρεμία της, την αξιοπρέπειά της. Τέλειωσα όσο πιο σύντομα μπορούσα και βγήκα από το μπάνιο. Η πράσινη αράχνη είχε ανακαλύψει κάποια πρόσκαιρη κρυψώνα.
Έκλεισα το φως και πήγα για ύπνο με μια γεύση αισχύνης για τη σκοτεινή δύναμη που είχα στα χέρια μου. Για τη δυσοίωνη μορφή μου.

29 Ιουνίου, 2007 σε 4:40 πμ |
Λοιπόν:
1) Χαίρομαι που έγραψες αυτό το post. Είχα κάτι αντίστοιχο στο μυαλό μου (αλλά με κουνούπι) εδώ και λίγο καιρό και με έβγαλες από τον κόπο να το γράψω. Merci.
2) Μήπως “Φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη”; Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος να σκοτώσουμε την κατσαρίδα;
3) Μου αρέσει η εικόνα που επέλεξες. On target. Αρκεί να την κοιτάξεις με άλλο “μάτι”.
May the Force b with u…
papet
ΥΓ. 4) “Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του” (παλιό συνθηματάκι με πολιτι(στι)κές προεκτάσεις)
29 Ιουνίου, 2007 σε 7:47 πμ |
Η πράσινη αράχνη, διέγνωσε την αληθινή σου φύση… aerosol!
29 Ιουνίου, 2007 σε 10:00 πμ |
Τι σόι αεροζόλ είσαι συ, που φοβάται να σκοτώσει; Ποιος ο ρόλος σου και γιατί να ερχόμαστε εδώ, άμα δεν κάνεις αυτό που σε κατασκεύασαν να κάνεις;
29 Ιουνίου, 2007 σε 3:34 μμ |
Οι συναντήσεις με αρθρόποδα τον τελευταίο ο καιρό όλο και πληθαίνουν, σε κατανοώ πλήρως αγαπητέ-ή aerosol φρόντισε την επόμενη φορά να δείξεις περισσότερο αποφασιστικός-ή και να γίνει σαφές ποιος είναι το κυρίαρχο είδος πάνω στον πλανήτη, τέλος θα συμβούλευα να αποφεύγεις την χρήση λέξεων όπως: αραχνοφοβία, αραχνοΰφαντος, ιστιοφόρο, ιστός [έστω και παγκόσμιος],ιστορία κ.τ.λ.
29 Ιουνίου, 2007 σε 6:13 μμ |
@papet:
Μήπως ήρθε ο καιρός να παίρνω ποσοστά;
Χαίρομαι που σου άρεσε η εικόνα. Το “άλλο μάτι” μου ενθουσιάστηκε μόλις την βρήκε.
@ΑΡ:
Αυτό με απασχολεί κι εμένα.
@exiled, realite:
Θέλετε να με δείτε να βάφω τα χέρια μου με αίμα; Ω καιροί, ω ήθη!
[Ποιό είναι το κυρίαρχο είδος στον πλανήτη;]
29 Ιουνίου, 2007 σε 8:42 μμ |
Σύμφωνα με τον Douglas Adams τα ποντίκια.
Εντάξει, δε θα τα σκότωνα, αλλά θα τους εξηγούσα ευγενικά (με την πατούσα της παντόφλας μου) πως δεν είναι ευπρόσδεκτα στο δικό μου χώρο.
29 Ιουνίου, 2007 σε 10:19 μμ |
Γιατί δεν θα τα σκότωνες;
29 Ιουνίου, 2007 σε 11:29 μμ |
Δυστυχώς όλα τα βιβλία είναι διαθέσιμα σε όλους…
30 Ιουνίου, 2007 σε 5:17 μμ |
αεροζόλ σε εξορκίζω, μην ανοίξεις πυρ και αρχίσεις να ψεκάζεις
30 Ιουνίου, 2007 σε 6:59 μμ |
Προσπαθώ να ψεκάζω μόνο τις ανοησίες!
Με τις αράχνες δεν έχω τίποτα να χωρίσω (φτάνει να μην κουβαλήσουν και το σόϊ τους σπίτι μου, ε;).
Έχω, όμως, σκοτώσει και λογικά θα μου ξανασυμβεί. Αν εστιαστείς σ’αυτό, στο πόσο εύκολα ένα έντομο, π.χ, σου φαίνεται τόσο ξένο, τόσο μη ανθρώπινο ώστε το να το σκοτώσεις γίνεται μηχανικά/χωρίς σκέψη, αφήνει ένα περίεργο συναίσθημα.
Βλέπυμε τους εαυτούς μας ως ουσιωδώς καλούς, ως πιθανά θύματα βίας, και όχι ως θύτες. Πότε και για ποιούς γινόμαστε μηχανές θανάτου; Πόσο εύκολα η κρυμμένη επιθετικότητα βγαίνει προς τα έξω; Από ποιό σημείο και μετά ο ανθρωπομορφισμός μας κάνει να διστάζουμε;
Όλοι θα σκότωναν ένα κουνούπι, λιγότεροι μια μέλισσα, λίγοι ένα σκύλο, ελάχιστοι άνθρωπο (ή εξαρτάται από τις συνθήκες;). Ποιά είναι τα όρια για τον καθένα;
1 Ιουλίου, 2007 σε 1:41 πμ |
τα όρια μάλλον είναι το παρόν του σε σχέση μ’ αυτό που είναι, ο καθένας αντιδρά ανάλογα με το τι έχει συσσωρεύσει. καληνύχτα
μόλις μου έκλεψαν κινητό και πορτοφόλι εκεί που καθόμασταν στο θησείο και ακόμα δεν πτοούμαι… πρέπει να πω ότι είναι εξαιρετικά γρήγοροι οι μικροί επαίτες για την ηλικία τους, λολ.
1 Ιουλίου, 2007 σε 1:46 πμ |
Λυπάμαι για τα πράγματά σου που κλάπηκαν.
Χαίρομαι που δεν πτοείσαι και δεν γεμίζεις οργή.
Νά’σαι καλά. Καληνύχτα.
2 Ιουλίου, 2007 σε 8:25 μμ |
Γεια σου φίλε και καλώς σε βρήκα πάλι.
Το μικρόβιο δε μπορεί να μείνει για πολύ σε νάρκη.
2 Ιουλίου, 2007 σε 9:24 μμ |
Γειά σου δάσκαλε!
Δεν μπορεί να μείνει σε νάρκη με το ζόρι. Βγάλ’το να παίξει!