Ο Bob Dylan, μεταξύ διάφορων κοφτερών πραγμάτων που λέει στο Like a rolling stone, πετάει και κάτι τόσο υπόγειο, τόσο οδυνηρά αληθές που με μουδιάζει κάθε φορά που το ακούω. Όταν ξεπέφτεις, όταν χάνεις όσα έχεις κι όσα νομίζεις πως είσαι, όταν η ερημιά και η απομόνωση κυριαρχούν, τότε:
You’re invisible now,
You’ve got no secrets to conceal.
Δεν είχα σκεφτεί πως ένα μυστικό είναι μυστικό αν υπάρχει κάποιος –οποιοσδήποτε- που να ενδιαφέρεται για την πιθανή αποκάλυψή του. «Κρύβουμε» κάτι για να μην βρεθεί. Αν δεν υπάρχει απολύτως κανείς να το ψάξει, κανένας που να δίνει δεκάρα για την ύπαρξή του, αναιρείται η ίδια η έννοια του κρυφού, του μυστικού. Κι αν τα μυστικά μας είναι κάποιου είδους στολίδια της προσωπικότητάς μας, αν είναι θησαυροί που προφυλάσσουμε από το ξένο ενδιαφέρον, τότε είναι και τρόπος να νιώθουμε ανθρωποι άξιοι ενδιαφέροντος, φύλακες θησαυρών, πρόσωπα εμπλεκόμενα σε κοινωνικά δρώμενα: σημαντικοί.
Αν τα φέρει η μοίρα να απογυμνωθούμε από κάθε σπουδαιότητα, αν τα μάτια γλιστρούν αυτόματα από πάνω μας για να κάτσουν κάπου αλλού (όπως τώρα κάνουμε εμείς αποστρέφοντας το βλέμμα από κάποιους άλλους) τότε αποπροσωποιούμαστε, γινόμαστε λιγότερο πραγματικοί. Αόρατοι. Και τα πολύτιμα όπλα/μυστικά μας γίνονται αέρας και χάνονται.
[Άλλες, πιο περίεργες πλευρές της αορατότητας πραγματεύεται το εξαιρετικό βιβλίο The Glamour του Christopher Priest. Και ο Χαρτοπόντικας , με διεισδυτικότητα και προσεκτική ματιά, καταγράφει ένα διαφορετικό είδος "αποπροσωποποίησης"]

2 Απριλίου, 2007 σε 2:06 μμ |
Ευχαριστώ για το κολακευτικό σχόλιο
Το πήγες ένα βήμα παραπέρα…
2 Απριλίου, 2007 σε 4:56 μμ |
Ωχ, αν πιάσουμε τους στίχους τώρα πάνε οι μέρες μας, εδώ θα τη βγάλουμε! Συμφωνώ ότι το κλειδί για τον συγκεκριμένο είναι ο προηγούμενος: “When you got nothing, you got nothing to lose.”
Το να είσαι αόρατος όμως μπορεί να είναι και το πιο παιχνιδιάρικο τίποτα. Ίσως ο Bob, όσο κι αν δεν του βγαίνει συνήθως, θέλει να κλείσει λίγο αισιόδοξα λέγοντας στην κοπελιά ότι πρέπει να το δει ως απελευθέρωση.
Άλλωστε a rolling stone gathers no moss. Και ποιος θέλει να τα κουβαλάει αυτά τώρα;
2 Απριλίου, 2007 σε 11:37 μμ |
Πράγματι ο Dylan κινείται σε πολλά ταμπλό, αλλά οι συγκεκριμένοι στίχοι ήταν μόνο η αφορμή για μια σειρά δικών μου σκέψεων γενικότερων και όχι εστιασμένων στα μηνήματα του τραγουδιού.
Το να είσαι κυριολεκτικά αόρατος είναι μια από τις κλασικές παιδικές φαντασιώσεις. Το να είσαι “αόρατος” με τον τρόπο που περιγράφω ίσως να είναι απελευθερωτικό αλλά με τραγικό τρόπο.
Μια αλλόκοτη ματιά στην παιδική μας φαντασίωση, πάντως, δίνει το βιβλίο του Priest. Αν σου αρέσει διαβάζεις, δοκίμασέ το. Άγγλος είναι, γνωστός είναι (δικό του το “Prestige” που έγινε ταινία), θα το βρεις εύκολα. Κρύβει εκπλήξεις και παίζει κι αυτό σε πολλά ταμπλό.
4 Απριλίου, 2007 σε 11:13 πμ |
Θα σας ξενερώσω λιγάκι, αλλά διαβάζοντας το “Το να είσαι κυριολεκτικά αόρατος είναι μια από τις κλασικές παιδικές φαντασιώσεις” μου ήρθε στο μυαλό πολύ έντονα η επιθυμία που είχα μικρός και που κρατάει μέχρι σήμερα.
Αόρατος από κάθε μάτι, και αέρινος ώστε να περνάω μέσα από πόρτες και τοίχους, να μπορώ να μπαίνω κρυφά στις κρεβατοκάμαρες και στα wc και να βλέπω τους ανθρώπους την ώρα που πιστεύουν πως είναι μόνοι, την ώρα που είναι ο εαυτός τους.
18 Απριλίου, 2007 σε 10:45 μμ |
Είναι η ματιά των άλλων που μας καθιστά πρόσωπα;
Μήπως είμαστε ντυμένοι με σπουδαιότητα ακριβώς για να προστατευθούμε από βλέμματα που απογυμνώνουν;
Μόνο στο wc είμαι ο εαυτός μου; (άσχετο)
19 Απριλίου, 2007 σε 1:38 πμ |
Η πρώτη ματιά που αντιμετωπίζουμε μπορεί να είναι η δική μας.
Το πρωταρχικό απογυμνωτικό βλέμμα, αυτό που ρίχνουμε στον εαυτό μας, μπλεγμένοι στον διχασμό που σπάνια μας επιτρέπει να είμαστε ατόφιοι.
Γινόμαστε πρόσωπα τη στιγμή που ξεκινά η θεμελιώδης “παρατήρηση”, αυτή της αυτοσυνείδησης. Οι βασικοί “άλλοι” είμαστε εμείς οι ίδιοι.
[Αυτά θα μπορούσαν να συνοδεύονται από ερωτηματικό. Δεν τα θεωρώ ακριβώς συμπεράσματα. Μάλλον προτάσεις προς συζήτηση.]
20 Απριλίου, 2007 σε 11:14 μμ |
Πρόσωπο σημαίνει μπροστά στα μάτια. (προς + ωψ, ωπός-όψη, οφθαμός). Σημαίνει σχέση, να αντικρύζεις και να αντικρύζεσαι.
Το απογυμνωτικό βλέμμα αποπροσωποποιεί, δηλαδή αντικειμενοποιεί.
Το βλέμμα που μας αποστρέφεται μπορεί να μας απαξιεί, να μας απεχθάνεται, αλλά μπορεί και να μας σέβεται, να μας ντρέπεται η απλά να νιώθει ένοχο όταν μας κοιτά.
Όσο για τα μυστικά μας (τα «πολύτιμά μας») είναι η δύναμη αλλά και η αδυναμία μας. Τα ισχυρά μας σημεία αλλά και τα πιο ευάλωτα. Μας προστατεύουν από τους φόβους μας αλλά και μας καθιστούν δέσμιούς τους.
Κι εμείς θέλουμε να ελευθερωθούμε από τους φόβους μας…
27 Απριλίου, 2007 σε 2:09 πμ |
Πολύ, πολύ ωραία η ιδέα της αορατότητας έτσι όπως την τοποθετείς. Ομολογώ πως ζηλεύω. Θα ήθελα να έχει γεννηθεί (και) στο δικό μου κεφάλι.
Λόγω (προσωρινής) αισιοδοξίας έχω να προτείνω κάτι ακόμα.
Ότι αυτή η αορατότητα, αν έρθει τεχνητά, μπορεί να είναι η καλύτερη κρυψώνα για ένα μυστικό.
Αυτός άλλωστε δεν είναι και ο λόγος που θέλαμε να είμαστε αόρατοι; Το να μη μας δίνουν σημασία οι άλλοι; Η διαφορά είναι ότι ως πιτσιρικάδες θέλαμε να είμαστε αόρατοι μόνο παροδικά…
May the Force b with u…
papet
27 Απριλίου, 2007 σε 12:01 μμ |
@papet
Ενδιαφέρουσα περίπτωση. Το να χρησιμοποιείς, να ενδύεσαι την “ασημαντότητα” για να αποκρύψεις κάτι πραγματικά σημαντικό. Σημάδι τραγικών καιρών, ίσως. Μου έρχονται στο νου όλοι οι απλοί άνθρωποι που μετέφεραν μυστικά της Αντίστασης (επί γερμανικής Κατοχής).
[Κάθε νόμισμα έχει δυο πλευρές τελικά,ε;]