Η άσφαλτος αγκαλιάζει τη δεξιά πλευρά του χωριού. Η καθαρή γκρίζα γραμμή της οριοθετεί το σημείο που τελειώνουν τα σπίτια και αρχίζουν τα σπαρτά. Τα χωράφια βρίσκονται ένα μέτρο χαμηλότερα από το δρόμο και, όπως στέκεσαι πριν τα σκαλοπάτια ή τη χωμάτινη ράμπα που κατηφορίζει προς την εύφορη γη, έχεις καλή θέα του κάμπου. Έτσι, βλέπεις το πρώτο περίεργο θέαμα.
Τα ψηλά σπαρτά –όχι σιτάρι, αλλά τι;- πιάνουν από τον καμπύλο δρόμο που στέκεσαι ως εκεί που φτάνει το μάτι προς τα δεξιά. Ο ορίζοντας μπροστά σου φαίνεται να απέχει ένα χιλιόμετρο. Μια παραξενιά του εδάφους, ένα απότομο χαμήλωμα, δεν επιτρέπει να δεις πιο πέρα. Αλλά κι η θάλασσα των φυτών δεν είναι συνεχής. Κάτι την αυλακώνει έντονα και τη χωρίζει στα δύο: ένας πλατύς, πολύ πλατύς χωματόδρομος –ή απλά χέρσα ,επίπεδη γη- ξεκινά από κει που στέκεσαι και χάνεται στον ορίζοντα. Ένας βασιλικός διάδρομος, μια χωμάτινη λεωφόρος που πάει στο πουθενά.
Στο πουθενά; Δεν ξέρεις πού πάει. Εκεί που σταματούν σπαρτά και δρόμος υπάρχει μια μαυρίλα, σαν τοίχος σχεδόν, και το μάτι δεν ξεχωρίζει ουρανό. Μπορεί να φταίει το απόγευμα που φεύγει, μπορεί η γκριζάδα της μέρας και η συννεφιά που σβήνει τα χρώματα κι αφήνει μόνο σκιές και φως, λίγο φως. Ίσως να ’ναι καταιγίδα που έρχεται από το βάθος κι ας μη νιώθεις ακόμα την ψύχρα της. Εκεί, στο τέρμα απ’τα σπαρτά που τελειώνει ο κάμπος και το χωμάτινο αυλάκι κι αρχίζει η μαυρίλα, πρωτοβλέπεις το πράμα.
Το βλέπεις στη μέση του δρόμου, μια μορφή, ένας στροβιλισμός από κουρέλια σε αργή κίνηση. Σαν κάτι με σχήμα ανθρώπου να κρύβεται μες στα κουρέλια, να πηδά αργά –αφύσικα αργά- και να κάνει κινήσεις με τα χέρια… μα είναι χέρια; Τις κινήσεις, όμως, τις ξεχωρίζεις, αργές, πάνω απ’ το κεφάλι, και κάτι να πετάγεται, κάποια ξέφτια να πέφτουν απ’τα χέρια κι αυτό που σκέφτεσαι είναι πως είναι ξεριζωμένα φυτά ή χόρτα ή κάτι που ξεκληρίστηκε από την αγκαλιά της γης κι αφήνεται να πέσει στο ξερό χώμα καθώς το πράμα αργοπηδά και χορεύει αλλόκοτα και, ναι, ξέρεις πως δεν βιάζεται μα πλησιάζει.
Πίσω σου τα σπίτια, το χωριό, δίπλα σου η άσφαλτος και μπροστά σου ο γκρίζος κάμπος, τα σπαρτά και το πράμα –πέρα μακριά, μα πλησιάζει- κι αναρωτιέσαι τι να κάνεις, τι να κάνεις που ’ρχεται προς τα εδώ, να τρέξεις; να κρυφτείς;
Κι έρχεται η σκέψη: κι αν μείνεις εδώ και κάνεις σαν το πράμα, κι αρχίζεις να πηδάς αργά προς τα πάνω και να προσγειώνεσαι αργά, κουνώντας κυκλικά τα χέρια πάνω απ’ το κεφάλι στον περίεργο χορό και ξεκληρίζοντας χορτάρια να τ’ αφήνεις στον άνεμο, τι θα γίνει σαν σε φτάσει;

10 Φεβρουαρίου, 2007 σε 5:19 πμ |
Η αλήθεια είναι ότι ο φίλος μας ήταν λάτρης της καταγραφής, για να μην τον αδικήσω θα έπρεπε να γράψω λάτρης της σημείωσης.
Μεθοδικά, αλλά όχι ανόητα, κατέφευγε σε δύο ειδών σημειώσεις. Εκείνες που κατέληγαν στα μικρά σημειωματάρια τσέπης, που διατηρούσε με μανία συμπληρώνοντας τα με μουτζούρες, τυχαίες φράσεις και άλλα συναφή, και στα μεγάλα δερματόδετα ημερολόγια που αγόραζε κατά παραγγελία από την Λεωφόρο των Επτάσεπτων Επισκόπων. Οι παραπάνω γραμμές βρίσκονται σε αυτό με τα διακριτικά ΄07 και θα μας βοηθήσουν να μάθουμε τι απέγινε.
Φεβρουάριος 07
10 Φεβρουαρίου, 2007 σε 4:28 μμ |
Νιώθω πως ο Μηχανικός του Μέλανα Δρυμού μπορεί να γνωρίζει κομμάτια της ιστορίας που δεν έχουν πέσει στην αντίληψή μου. Ίσως αυτό να βοηθήσει αργότερα, όταν –αναζητώντας περισσότερα ίχνη- ασχοληθούμε περισσότερο με την πόλη που βρίσκεται πέρα απ’ το χωριό και τον κάμπο. Μπορεί η πορεία να μας φέρει και στην Λεωφόρο των Επτάσεπτων Επισκόπων αλλά και στους δρόμους και τα παλιά καλντερίμια της Πλατείας της Αρχαίας Γαλήνης, και στους επαγγελματίες που εδρεύουν εκεί παρέχοντας ιδιόμορφες υπηρεσίες.
25 Φεβρουαρίου, 2007 σε 2:16 μμ |
Αγαπητέ φίλε Limo Del’ Aire,
Η απάντηση σας υπήρξε ευχάριστη έκπληξη. Εξηγούμαι· η ασάφεια σχετικά με την τύχη του κοινού μας φίλου με έκανε ιδιαίτερα διστακτικό σε ό,τι είχε να κάνει με αναφορές στα πιθανά πραγματικά περιστατικά. Εντούτοις η παράθεση από μέρους σας της πρωτότυπης σημείωσης του και η ακόλουθη απάντηση σας στο διερευνητικό μου σχόλιο διέλυσαν κάθε αμφιβολία. Αρκετά με τις αβρότητες!
Στην πρώτη σελίδα του δερματόδετου Φεβρουαρίου βρίσκουμε το εξής:
«Η μεγαλύτερη γενναιότητα συνίσταται στον ύπνο».
Καθώς ο φίλος μας απέφευγε με επιμονή διάφορες κοινοτοπίες θα πρέπει και εμείς να κοιτάξουμε πέραν του προφανούς…