Τηλεφωνητής

25 Νοεμβρίου, 2009 από aerosol

«Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε σπίτι. Παρακαλώ αφήστε το μήνυμα σας και θα επικοινωνήσουμε μόλις μπορούμε».

[Μπιιπ]

Κοίτα… δεν ξέρω πού βρίσκεσαι. Σε ψάχνω καιρό. Δεν είσαι ποτέ εκεί. Δεν είσαι στους δρόμους και τις πλατείες, ούτε στα καφέ που γυρνάω… Το ξέρεις πως χθες ήπια τρεις εσπρέσσο, δυο φραπέδες και δυο τσάγια; Έμπαινα σε κάθε καφενείο, σε κάθε στέκι και κάθε φορά έλεγα πως θα σε βρω εκεί… Ναι, εντάξει, ούτε στο σινεμά, κι ας βγήκα έξω στη μέση της ταινίας μήπως περίμενες στο άδειο φουαγιέ. Δεν ξέρω γιατί να περίμενες, μη ρωτάς, τι να σου λέω… Σε ψάχνω, που λες… Προχτές δεν πήγα στη δουλειά… Δεν κατέβηκα στη στάση, συνέχισα, έφτασα στο τέρμα, μετά περπάτησα, βρήκα άλλο λεωφορείο –δεν θυμάμαι πια- και κατέβηκα κάπου στη θάλασσα. Είχε παγωνιά, ήμουν μόνο εγώ και κάτι σκυλιά, φοβήθηκα λίγο, αλλά εντάξει… Ε, λοιπόν, άρχισα να περπατάω και να σκέφτομαι όλα όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια… Ξέρεις, τη μάνα μου που κάθε μέρα έφευγε και πιο μακριά και που τελικά δεν αναγνώριζε κανέναν και όποτε με έβλεπε πάταγε τα κλάματα γιατί της θύμιζα, λέει, τον αδερφό της, και μετά πάταγα κι εγώ τα κλάματα γιατί δε μου θύμιζα κανένα. Κι εκείνη την τύπισσα, πώς σκατά τη λέγανε… Θυμάμαι πως είχε ωραίο κώλο και εκείνα τα κοντά δάχτυλα που μου τη σπάνε, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα, που όλο έλεγε «πρέπει να δεις τι θα κάνεις, δε δίνεις έτσι, πρέπει να δεις τι θα κάνεις». Δεν ήξερα τι έπρεπε να δω, θυμάμαι το στόμα της ν’ανοιγοκλείνει σαν να έχω κλείσει τη φωνή στην τηλεόραση, αλλά ήξερα τι έλεγε, το ίδιο έλεγε πάντα, «πρέπει να δεις τι θα κάνεις, δεν δίνεις έτσι»… Τη θυμήθηκα και ήθελα να στο πω, εσύ δεν θα ξέχναγες το όνομα, θα μου το’λεγες, εσύ ήσουν μάνα στις λεπτομέρειες, δεν ξέχναγες ποτέ τίποτα. Πήρε τα συμπράγκαλά της κι έφυγε. Να σου πω, καλύτερα, τι να δω τι θα κάνω, τι θα έκανα δηλαδή; Μετά, τον Δ. … Σαν να τον έβλεπα μπροστά μου να παίζει μπάσκετ, σα να’ταν πάλι δώδεκα χρονών, είχε αυτή τη φυσική χάρη, συμπαθητικό παιδί. Ε, λοιπόν, κάποιοι άνθρωποι είναι… πώς το λένε;… γίνονται το επίκεντρο ρε παιδί μου, θέλεις να τους κάνεις παρέα. Ο Δ. Γαμάτο παιδί, καλή φάτσα. Δεν τον ξανάδα από τότε και μετά έμαθα όλα αυτά, πως ήταν η σκιά του εαυτού του, πως τριγύρναγε αποδώ κι από κει, ένα ρημάδι, ένα ρημάδι, και γιατί; Ούτε ναρκωτικά ούτε τίποτα… Ναι, εντάξει, λένε o έρωταq κλπ, κλπ, αλλά να ξέρεις, εγώ δεν το πιστεύω. Και ήταν σα να τον έβλεπα μπροστά μου, πιτσιρίκι, δώδεκα χρονών, να κάνει τσάκισμα με τη μπάλα και να χαμογελάει… Τι λες για όλα αυτά; Τι να πεις, αφού δε σε βρήκα. Σε ψάχνω να τα πω, να καταλάβεις… Εσύ θα καταλάβεις, είμαι σίγουρος, αλλά δεν είσαι πουθενά. Μέχρι και σε εκκλησία μπήκα (το φαντάζεσαι;) μήπως σε πετύχω εκεί… Κάτσε λίγο να φέρω τσιγάρο…

[Ήχοι. Παύση. Βήματα. Αναπτήρας]

Που λες, μπαίνω μέσα, ησυχία, ούτε λειτουργία ούτε τίποτα, και κάθομαι σε ένα στασίδι μόνος μου. Με είδε ένας πάτερ και με άρχισε «παιδί μου» και «τι τρέχει, χρειάζεσαι τίποτα» και «αν θέλεις να μιλήσεις για κάτι, να ξαλαφρώσεις»… χέστηκε ο πάτερ, σου λέει θα σάλταρε αυτός, θα κόψει φλέβες, αλλιώς γιατί…;

[Παύση]

Να, δεν σε βρήκα, αλλά στα λέω όλα, γιατί κάποιες φορές είναι σαν να τα έχω ονειρευτεί όλα αυτά, σαν να μην έγιναν, ποτέ, σαν να μην έγινα εγώ ποτέ. Χρειάζομαι κάποιον μάρτυρα, κάποιον να βεβαιώσει πως όλα τούτα δεν τα γέννησε το μυαλό μου, δεν χάθηκαν στο χρόνο σαν καπνός. Γι αυτό τριγυρνάω σαν την άδικη κατάρα με τις ώρες, λέω «δε μπορεί, κάπου εδώ θα είναι», αλλά τίποτα. Σα να γίνομαι αόρατος. Κι άμα καμιά ώρα κάνω να σηκώσω το τηλέφωνο και το χέρι μου περάσει σαν καπνός από μέσα; Αν φεύγω σιγά σιγά κι αφήνω όλο και λιγότερα ίχνη; Πρέπει να σε βρω, καταλαβαίνεις… Να μου πεις… Να μ’αγκαλιάσεις… Λοιπόν, καλά τώρα, φεύγω, μπορεί να σε πετύχω κάπου έξω. Αλλά αν μ’ακούσεις, αν υπάρχεις, πάρε με –τ’ακούς;- πάρε με…

[Κλικ]

Η μεγάλη επιστροφή

7 Νοεμβρίου, 2009 από aerosol

upstairs

Είχα να γράψω όλα τα εκατομμύρια χαρτάκια που κολλάνε πάνω στα αεροπλάνα της νέας Ολυμπιακής. Με το χέρι, μάλιστα! Πότε κολυμπούσα, ως παιδούλα άβγαλτη, μέσα στη σαμπρέλα μου σημειώνοντας ραβασάκια για τον πρώτο μου έρωτα, πότε καθόμουν ως ώριμος, φλου-αρτιστίκ, άντρας πάνω σε γέφυρες και έγραφα μηνύματα στην ελληνική διανόηση, πότε έπαιρνα το παιδικό μου κραγιόνι για να σημειώσω «Μπαμπά μην τρέχεις», πότε ήμουν μεσόκοπη κυρία και καλλιγραφούσα «καλά ξεκουμπίδια».  Άπειρα χαρτάκια, να συνδυάζουν το εθνεγερτικό με το εταιρικό. Δεν θέλω να ξαναδώ post-it στη ζωή μου.

Μοναχιασβίλι

13 Οκτωβρίου, 2009 από aerosol

lonely

-          [Ντριιν… Ντριιν… Ντρι-]

-          Ναι;

-          Γεια σας, ο κύριος Τάααδε;

-          Όχι, νομίζω κάνετε λάθος.

-          [Κλικ]

Έλαβον:

4 Οκτωβρίου, 2009 από aerosol

Αχ, πώς πάλλονται τα κομματικά όργανα!

Σαν τα χιόνια!

30 Σεπτεμβρίου, 2009 από aerosol

byronΠού ‘σαι ρε μεγάλε! Χάθηκες! Καλά, ούτε που θα μπορούσα να φανταστώ πως θα με πάρεις σήμερα. Κι έλεγα «τι να κάνει το παλληκάρι, τόσα χρόνια έχει χαθεί». Ούτε τηλέφωνο, ούτε mail…  Ούτε κάρτα, βρε αδελφέ;

Τέλος πάντων, αφού με θυμήθηκες χαλάλι σου! Αλλά –κοίτα-την επόμενη φορά μη ντραπείς, πάρε ο ίδιος ρε φιλαράκι, μην ξαναβάλεις την ταλαίπωρη τη γραμματέα. Δε θα σε μαλώσω, στο υπόσχομαι –παιδιά σαν το Βύρωνα τον Πολύδωρα είναι σπάνια, πάντα τό ‘λεγα!

Μπετόν

23 Σεπτεμβρίου, 2009 από aerosol

concrete

Κάπου πρέπει να υπάρχει ζωή, κάπου πρέπει να υπάρχει φως, δεν μπορεί, κάπου αλλά όχι εδώ, στη ζούγκλα από μπετόν. Το ουρλιαχτό των καταραμένων της πόλης δεν έχει θάλασσες, καρύδες, μπικίνι και beach parties. Η ρέγκε δεν είναι μια ατέλειωτη διαφήμιση του ΕΟΤ. Στα χέρια του ύψιστου Bob Marley γίνεται μια εφιαλτική προσευχή. Από το άλμπουμ Catch a Fire (1973) –με το οποίο ο Marley και οι Wailers έγιναν γνωστοί- και με την σύμπραξη του σπουδαίου Peter Tosh, που δεν είχε αποχωρήσει ακόμα: Concrete Jungle.

Concrete Jungle

[B.Marley]

No sun will shine in my day today;

The high yellow moon won’t come out to play

I said darkness has covered my light,

And has changed my day into night, yeah.

Where is the love to be found?

Won’t someone tell me?

‘Cause my life must be somewhere to be found.

Instead of concrete jungle

Where the living is harder.

Concrete jungle

Man you got to do your best.

No chains around my feet,

But I’m not free, oh-ooh!

I know I am bound here in captivity;

G’yeah, now, I’ve never known happiness

I’ve never known what sweet caress is

Still, I’ll be always laughing like a clown

Won’t someone help me? ‘Cause I,

I’ve got to pick myself from off the ground

In this a concrete jungle

I said, what do you got for me now

Concrete jungle, ah, won’t you let me be , now.

I said that life – it must be somewhere to be found

(must be somewhere for me)

Oh, instead of concrete jungle – illusion -confusion.

Concrete jungle, baby, you’ve got it in.

Concrete jungle.