Στα νύχια του Δόκτορος Cool

6 Φεβρουαρίου, 2010 από aerosol

Ο Σατανικός Δόκτωρ Cool έχει απλώσει τα ύπουλα πλοκάμια του σε μια κλιμάκωση της προσπάθειας να κατακτήσει το γνωστό (και άγνωστο) σύμπαν. Αφού τσάκισε την –χλιαρή, ομολογουμένως…- αντίσταση των lifestyle περιοδικών και των ραδιοφωνικών σταθμών, αφού εδραίωσε την ισχύ του σε συγγραφείς και μουσικούς, κάνει το επόμενο βήμα.

Ο νέος στόχος του Σατανικού Δόκτορος Cool είμαστε εμείς, αγαπητοί συμπολίτες!

[Τουλάχιστον, όσοι από εμάς δεν έχουν ήδη πέσει θύματα του Αποτρόπαιου Συνταγματάρχου Χαϊδοκώλη: η τραγική αυτή μοίρα αναγνωρίζεται από την συνεχή κλάψα και την πεποίθηση πως ο κόσμος είναι είτε  γλυκούλης, είτε δακρύβρεκτος.]

Εμείς, λοιπόν, και μάλιστα ξεκινώντας από τους πιο παθιασμένους, έξυπνους και ταλαντούχους από εμάς. Οι φριχτοί μηχανισμοί του Δρ.Cool κάνουν τον κόσμο να ντρέπεται σε κάθε επίδειξη συναισθηματικής έντασης, να φρικιάζει στην παραμικρή υπόνοια εσωτερικής θέρμης, να αηδιάζει σε κάθε ίχνος έξαρσης. Όποτε υποπίπτουν σε παρόμοιες συμπεριφορές, ταράζονται και αγωνίζονται απεγνωσμένα να φανούν μπλαζέ, βαριεστημένοι, κατεχόμενοι από υπαρξιακή ναυτία για κάθε ανθρώπινη έκφραση.

Μετά από κάθε εκ βαθέων κείμενο, εξηγούν πως «καλά, δεν τρέχει και τίποτα, δοκίμαζα το ύφος μου». Ύστερα από ένα φορτισμένο τραγούδι θα αναφέρουν κι ένα σουξεδάκι, για το ξεκάρφωμα. Η αναφορά σε ταινία που τους συγκίνησε, οφείλει να συνοδεύεται από άλλη μια για τον Γκουζγκούνη. Η φήμες λένε πως σε προχωρημένες περιπτώσεις, και μετά από ξέφρενο και παθιασμένο σεξ, σπεύδουν να δηλώσουν «καλά, μη χαίρεσαι, προσποίηση ήταν, έτσι για γούστο».

Συμπολίτες μου!

Προσέξτε αυτά τα φοβερά σημάδια! Μην αφήσετε τη συνωμοσία του Σατανικού Δρ.Cool να κυριεύσει τη ζωή μας.

Αν δεν αφυπνιστούμε, οι επόμενοι θα είμαστε εμείς!

ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤ

ΟΚ, χαλαρά. Πλάκα δεν έχουν όλες αυτές οι ψαγμένες αναφορές σε αγαπημένα, ψιλοκιτς, ρετρό πραγματάκια; Μην το κάνουμε και θέμα… Τσιμπάτε κι ένα διαμαντάκι, έτσι για να εμπεδώνουμε τη μετα-γλώσσα του σώματος.

Θραύση

29 Ιανουαρίου, 2010 από aerosol

Είπα να σπάσω τη σιωπή μου…

Κάθε λέξη χίλια θρύψαλα.

Ποια μάτια, ποια αυτιά θα έχουν την υπομονή να τα μαζέψουν;

Πρωτοχρονιάτικες δεσμεύσεις

1 Ιανουαρίου, 2010 από aerosol

Θα προσπαθήσω να είμαι ζωντανός και όχι απλώς κάποιος που δεν έχει πεθάνει ακόμα.

Θα τιμήσω ό,τι μου θυμίζει αυτή την διαφορά.

Θα κάνω ό,τι μπορώ να βοηθήσω όσους έχουν τον ίδιο στόχο.

Αμήν.

[Και φυσικά: Θα συνεχίσω την καριέρα μου στο μόντελινγκ, αλλά θα ασχοληθώ και με την ηθοποιΐα που λατρεύω, αφού αφιερώσω τη ζωή μου στα παιδιά (που είναι το μέλλον μας) και φέρω την ειρήνη στον κόσμο.]

Ντυμένη μύθους

27 Δεκεμβρίου, 2009 από aerosol

Ντυμένη μύθους και ιστορίες, ντυμένη θρησκείες και παλιά έθιμα ξεχασμένων φυλών, ντυμένη χειμώνα και αρχαίο μαγικό άνθρωπο, έρχεται η γιορτή. Καλώς την! Καλώς το φως στην καρδιά του σκότους. Τη γέννηση-φύτρα που υπόσχεται πως ο πάγος δεν είναι αιώνιος.

Αν ανοίξεις λίγο το παράθυρο τη νύχτα, μπορεί να ακούσεις να περνούν μεσαιωνικοί καλαντάρηδες. Να πλησιάζουν και μετά να απομακρύνονται μες στο σκοτάδι τραγουδώντας τη γέννηση του φωτεινού βασιλιά που ήρθε από το πουθενά –από μήτρα ανέγγιχτη- και φέρνει τις κούπες και τα χαμόγελα στα χείλη των ανθρώπων.

Gaudete («Χαρείτε») από τους Steeleye Span.

[Χρόνια Πολλά]

Παλιά βροχή

4 Δεκεμβρίου, 2009 από aerosol

Οι σταγόνες λαμπυρίζουν στα καπό των αμαξιών και μια μοναχική βρίσκει το δρόμο της μέχρι το σβέρκο, κάτω απ’ το παλτό. Η μουσκεμένη πόλη κοιμάται και ο χαλαρός σφυγμός της αφήνει κενά χωρίς θόρυβο, κάθε που το φανάρι γίνεται κόκκινο. Τότε, και για λίγο, ακούει μόνο τα βήματά του να πλατσουρίζουν στα νερά και τον αέρα να τανύζει τα φύλλα των δέντρων. Διαβάτης κανείς για να δει της ταμπέλες των εμπορικών και τα ξεχασμένα νέον. Όλα ήρεμα, φρέσκα.

Σφίγγει το πανωφόρι  στο κορμί. Φευγαλέα, σαν να ακούγονται μακρινοί ήχοι στα σκοτεινά σοκκάκια. Δυο-τρεις νότες όλες κι όλες. Σταματά, γυρνά απότομα και κοιτά πίσω του. Κανείς. Ανατριχιάζει. Τα αυτοκίνητα αρχίζουν πάλι να περνούν. Παντού μυρίζει η παλιά, στοιχειωμένη βροχή.

[Old Rain από τους Premiata Forneria Marconi («Βραβευμένη Αρτοποιεία Μαρκόνι») ή PMF. Το πρώτο Ιταλικό συγκρότημα που γνώρισε παγκόσμια απήχηση, στα μακρινά ’70. Έπαιζαν progressive rock, πότε σκληρό και δυναμικό, πότε ρευστό και απαλό. Συνεχίζουν ακόμα. Το κομμάτι είναι από το άλμπουμ Photos of Ghosts, του 1973. Ή μπορεί και να γράφτηκε αργά χτες τη νύχτα.]

Τηλεφωνητής

25 Νοεμβρίου, 2009 από aerosol

«Αυτή τη στιγμή δεν είμαστε σπίτι. Παρακαλώ αφήστε το μήνυμα σας και θα επικοινωνήσουμε μόλις μπορούμε».

[Μπιιπ]

Κοίτα… δεν ξέρω πού βρίσκεσαι. Σε ψάχνω καιρό. Δεν είσαι ποτέ εκεί. Δεν είσαι στους δρόμους και τις πλατείες, ούτε στα καφέ που γυρνάω… Το ξέρεις πως χθες ήπια τρεις εσπρέσσο, δυο φραπέδες και δυο τσάγια; Έμπαινα σε κάθε καφενείο, σε κάθε στέκι και κάθε φορά έλεγα πως θα σε βρω εκεί… Ναι, εντάξει, ούτε στο σινεμά, κι ας βγήκα έξω στη μέση της ταινίας μήπως περίμενες στο άδειο φουαγιέ. Δεν ξέρω γιατί να περίμενες, μη ρωτάς, τι να σου λέω… Σε ψάχνω, που λες… Προχτές δεν πήγα στη δουλειά… Δεν κατέβηκα στη στάση, συνέχισα, έφτασα στο τέρμα, μετά περπάτησα, βρήκα άλλο λεωφορείο –δεν θυμάμαι πια- και κατέβηκα κάπου στη θάλασσα. Είχε παγωνιά, ήμουν μόνο εγώ και κάτι σκυλιά, φοβήθηκα λίγο, αλλά εντάξει… Ε, λοιπόν, άρχισα να περπατάω και να σκέφτομαι όλα όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια… Ξέρεις, τη μάνα μου που κάθε μέρα έφευγε και πιο μακριά και που τελικά δεν αναγνώριζε κανέναν και όποτε με έβλεπε πάταγε τα κλάματα γιατί της θύμιζα, λέει, τον αδερφό της, και μετά πάταγα κι εγώ τα κλάματα γιατί δε μου θύμιζα κανένα. Κι εκείνη την τύπισσα, πώς σκατά τη λέγανε… Θυμάμαι πως είχε ωραίο κώλο και εκείνα τα κοντά δάχτυλα που μου τη σπάνε, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα, που όλο έλεγε «πρέπει να δεις τι θα κάνεις, δε δίνεις έτσι, πρέπει να δεις τι θα κάνεις». Δεν ήξερα τι έπρεπε να δω, θυμάμαι το στόμα της ν’ανοιγοκλείνει σαν να έχω κλείσει τη φωνή στην τηλεόραση, αλλά ήξερα τι έλεγε, το ίδιο έλεγε πάντα, «πρέπει να δεις τι θα κάνεις, δεν δίνεις έτσι»… Τη θυμήθηκα και ήθελα να στο πω, εσύ δεν θα ξέχναγες το όνομα, θα μου το’λεγες, εσύ ήσουν μάνα στις λεπτομέρειες, δεν ξέχναγες ποτέ τίποτα. Πήρε τα συμπράγκαλά της κι έφυγε. Να σου πω, καλύτερα, τι να δω τι θα κάνω, τι θα έκανα δηλαδή; Μετά, τον Δ. … Σαν να τον έβλεπα μπροστά μου να παίζει μπάσκετ, σα να’ταν πάλι δώδεκα χρονών, είχε αυτή τη φυσική χάρη, συμπαθητικό παιδί. Ε, λοιπόν, κάποιοι άνθρωποι είναι… πώς το λένε;… γίνονται το επίκεντρο ρε παιδί μου, θέλεις να τους κάνεις παρέα. Ο Δ. Γαμάτο παιδί, καλή φάτσα. Δεν τον ξανάδα από τότε και μετά έμαθα όλα αυτά, πως ήταν η σκιά του εαυτού του, πως τριγύρναγε αποδώ κι από κει, ένα ρημάδι, ένα ρημάδι, και γιατί; Ούτε ναρκωτικά ούτε τίποτα… Ναι, εντάξει, λένε o έρωταq κλπ, κλπ, αλλά να ξέρεις, εγώ δεν το πιστεύω. Και ήταν σα να τον έβλεπα μπροστά μου, πιτσιρίκι, δώδεκα χρονών, να κάνει τσάκισμα με τη μπάλα και να χαμογελάει… Τι λες για όλα αυτά; Τι να πεις, αφού δε σε βρήκα. Σε ψάχνω να τα πω, να καταλάβεις… Εσύ θα καταλάβεις, είμαι σίγουρος, αλλά δεν είσαι πουθενά. Μέχρι και σε εκκλησία μπήκα (το φαντάζεσαι;) μήπως σε πετύχω εκεί… Κάτσε λίγο να φέρω τσιγάρο…

[Ήχοι. Παύση. Βήματα. Αναπτήρας]

Που λες, μπαίνω μέσα, ησυχία, ούτε λειτουργία ούτε τίποτα, και κάθομαι σε ένα στασίδι μόνος μου. Με είδε ένας πάτερ και με άρχισε «παιδί μου» και «τι τρέχει, χρειάζεσαι τίποτα» και «αν θέλεις να μιλήσεις για κάτι, να ξαλαφρώσεις»… χέστηκε ο πάτερ, σου λέει θα σάλταρε αυτός, θα κόψει φλέβες, αλλιώς γιατί…;

[Παύση]

Να, δεν σε βρήκα, αλλά στα λέω όλα, γιατί κάποιες φορές είναι σαν να τα έχω ονειρευτεί όλα αυτά, σαν να μην έγιναν, ποτέ, σαν να μην έγινα εγώ ποτέ. Χρειάζομαι κάποιον μάρτυρα, κάποιον να βεβαιώσει πως όλα τούτα δεν τα γέννησε το μυαλό μου, δεν χάθηκαν στο χρόνο σαν καπνός. Γι αυτό τριγυρνάω σαν την άδικη κατάρα με τις ώρες, λέω «δε μπορεί, κάπου εδώ θα είναι», αλλά τίποτα. Σα να γίνομαι αόρατος. Κι άμα καμιά ώρα κάνω να σηκώσω το τηλέφωνο και το χέρι μου περάσει σαν καπνός από μέσα; Αν φεύγω σιγά σιγά κι αφήνω όλο και λιγότερα ίχνη; Πρέπει να σε βρω, καταλαβαίνεις… Να μου πεις… Να μ’αγκαλιάσεις… Λοιπόν, καλά τώρα, φεύγω, μπορεί να σε πετύχω κάπου έξω. Αλλά αν μ’ακούσεις, αν υπάρχεις, πάρε με –τ’ακούς;- πάρε με…

[Κλικ]